Κενές κατοικίες στον Δήμο Αθηναίων: χωρικές δυναμικές, μεθοδολογικές προκλήσεις και πολιτικές επανάχρησης για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης
Σιατίτσα Δήμητρα
Δομημένο Περιβάλλον, Στέγαση
2026 | Φεβ
Το άρθρο εξετάζει την γεωγραφία, τα χαρακτηριστικά και τις χρονικότητες των κενών κατοικιών στον Δήμο Αθηναίων αξιοποιώντας δύο βασικές πηγές δεδομένων: α) την απογραφή πληθυσμού–κατοικιών της ΕΛΣΤΑΤ (2011 και 2021), και β) το μητρώο μη ηλεκτροδοτούμενων ακινήτων του ΔΕΔΔΗΕ (Σεπτέμβριος 2024 και 2025). Στόχος είναι αφενός η καλύτερη κατανόηση της έκτασης και μορφής του φαινομένου σε επιμέρους γειτονιές της πόλης, και αφετέρου η συμβολή στη συζήτηση για την ενεργοποίηση του κενού αποθέματος στο πλαίσιο κοινωνικών στεγαστικών πολιτικών. Υποστηρίζεται ότι η αξιοποίηση του δεν μπορεί να επιτευχθεί με οριζόντια και κεντρικά διαχειριζόμενα μέτρα, αλλά θα πρέπει να εντάσσεται σε τοπικές στρατηγικές στεγαστικής πολιτικής σε συνέργεια με τον τοπικό πολεοδομικό σχεδιασμό. Η ποσοτική και χωρική ανάλυση των διαθέσιμων δεδομένων αποτελεί αφετηρία μιας ευρύτερης μεθοδολογικής προσέγγισης, που απαιτεί συμπληρωματικά στοχευμένες ποιοτικές και επιτόπιες διερευνήσεις, καθώς και την θεσμοθέτηση ενός Παρατηρητηρίου Κατοικίας για τη συστηματική παρακολούθηση της κατάστασης των ακινήτων, της αγοράς κατοικίας και των στεγαστικών αναγκών των κατοίκων.
Οι κενές κατοικίες στο επίκεντρο στεγαστικών πολιτικών
Οι κενές κατοικίες είναι ένα χαρακτηριστικό της λειτουργίας των αγορών ακινήτων σε όλη την Ευρώπη που συνδέεται όλο και περισσότερο με τις κερδοσκοπικές πρακτικές και στρατηγικές του επενδυτικού κεφαλαίου, αλλά και με τις ιδιαιτερότητες, την ιστορική εξέλιξη των διαδικασιών παραγωγής του δομημένου χώρου και τις δημόσιες πολιτικές σε κάθε τοπικό πλαίσιο. Μια σειρά από μελέτες προτείνουν διαφορετικές ταξινομήσεις των κενών σε σχέση με τον χρόνο παραμονής εκτός χρήσης (FEANTSA, 2016), με την κατάσταση και χρήση των ακινήτων (Caramaschi & Chiodelli, 2022) ή με τις διαδικασίες παραγωγής, διατήρησης και επανάχρησής τους σε συνάρτηση με τις στρατηγικές των ιδιοκτητών και τον ρόλο του κράτους (Callaghan, 2023). Οι διαφορετικές ταξινομήσεις συγκροτούν ένα αναλυτικό πλαίσιο κατανόησης ενός σύνθετου φαινομένου και ταυτόχρονα μπορούν να εμπλουτίσουν την διαδικασία διαμόρφωσης πολιτικών παρέμβασης υπερβαίνοντας απλουστευτικές αναγνώσεις που αντιμετωπίζουν τα κενά ακίνητα ως απλή ανισορροπία προσφοράς και ζήτησης, αποσυνδεδεμένη από τις κοινωνικές σχέσεις, τα καθεστώτα ιδιοκτησίας και τις δυναμικές αστικής αναδιάρθρωσης.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η αξιοποίηση του υποχρησιμοποιούμενου και ανενεργού κτιριακού αποθέματος αποτελεί κεντρική κατεύθυνση στις συστάσεις ειδικών και οργανισμών όπως η FEANTSA, η Housing Europe, η Urban Agenda και πιο πρόσφατα στους στόχους του Ευρωπαϊκού Σχεδίου για την Προσιτή Κατοικία για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης [1]. Αυτό αφορά όχι μόνο οικιστικά ακίνητα, αλλά και ακίνητα επαγγελματικής ή πρώην βιομηχανικής χρήσης που θα μπορούσαν να μετατραπούν σε κατοικία. Η επανάχρηση των κενών ακινήτων συστήνεται ως μια πιο βιώσιμη πρακτική έναντι των νέων κατασκευών, ενώ παράλληλα προωθούνται μεθοδολογίες χαρτογράφησης, ταξινόμησης και αξιολόγησης των κενών κατοικιών, συμβατές με στόχους ενεργειακής αναβάθμισης, βιώσιμης ανάπτυξης και δίκαιης πρόσβασης στην κατοικία.
Τα τελευταία χρόνια το ζήτημα έχει βρεθεί στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου και στεγαστικών πολιτικών και στην Ελλάδα, συνδεόμενο με την όξυνση της στεγαστικής κρίσης, την αύξηση των ενοικίων, την εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και τις δυναμικές αστικού μετασχηματισμού μετά την οικονομική κρίση. Οι εφαρμοζόμενες πολιτικές έχουν εστιάσει κυρίως στην οριζόντια παροχή κινήτρων στους ιδιοκτήτες κενών κατοικιών μέσω επιχορηγήσεων και φοροαπαλλαγών με στόχο την «επαναφορά» τους στην αγορά, χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα. Πέρα από την ανάγκη ενίσχυσης της κοινωνικής ανταποδοτικότητας της δημόσιας στήριξης μέσω ρυθμίσεων ως προς τα ενοίκια και τη χρήση των ακινήτων, απαιτείται συστηματική ανάλυση της γεωγραφίας, των χαρακτηριστικών και της ιδιοκτησιακής δομής των κενών κατοικιών, καθώς και των διαφοροποιημένων λόγων για τους οποίους σημαντικό μέρος του οικιστικού αποθέματος παραμένει εκτός αγοράς παρά την αυξημένη ζήτηση.
Το «μεσογειακό παράδοξο» και οι χωρικές δυναμικές των κενών κατοικιών στην Ελλάδα
Ο μεγάλος αριθμός κενών κατοικιών σε μητροπόλεις της Νότιας Ευρώπης όπως η Αθήνα δεν είναι ένα πολύ πρόσφατο φαινόμενο. Το “μεσογειακό παράδοξο” της συνύπαρξης μεγάλου αριθμού μη χρησιμοποιούμενων ακινήτων με αυξημένη ζήτηση και υψηλές τιμές στην αγορά κατοικίας έχει αναδειχθεί ήδη από προηγούμενες δεκαετίες ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των νοτιο ευρωπαϊκών στεγαστικών συστημάτων (βλ. ενδεικτικά Hoekstra & Vakili Zad, 2006). Ο μεγάλος αριθμός κενών συνδέεται με τον τουριστικό και παραθεριστικό χαρακτήρα των μεσογειακών χωρών, τη σημασία της οικοδομής για την οικονομία, τη μικροϊδιοκτησία, την οικογενειακή περιουσία και τον ιστορικά κεντρικό ρόλο των ακινήτων στις διαδικασίες κοινωνικής αναπαραγωγής.
Στην Αθήνα, μια σειρά από μελέτες έχουν εστιάσει στο θέμα των κενών ακινήτων: κατοικιών (βλ. Μαλούτας 2000, Μαλούτας & Σπυρέλλης, 2015; Αράπογλου κ.ά., 2019; Αράπογλου & Σιατίτσα, 2019; Dimitrakou, 2021) ή άλλης χρήσης (Τριανταφυλλοπουλος, 2015; Μπελαβίλας & Πρέντου, 2015). Αντίστοιχες μελέτες έχουν γίνει και για τη Θεσσαλονίκη, εντοπίζοντας παρόμοια μοτίβα και δυναμικές που παράγουν τα κενά (Χατζηπροκοπίου κ.α. 2024; Χατζηπροκοπίου κ.α. 2025; Vrantsis, 2025). Οι έρευνες έχουν αναδείξει τη σχέση μεταξύ των χωρικών συγκεντρώσεων και του χρονισμού των κενών κατοικιών με τις διαδικασίες επένδυσης και αποεπένδυσης, τους κύκλους της αγοράς ακινήτων, τις δημόσιες πολιτικές, τις δημογραφικές και αστικές μεταβολές, αλλά και τις κοινωνικές σχέσεις και πρακτικές των νοικοκυριών που αρθρώνονται γύρω από την ακίνητη περιουσία. Η κατανόηση του φαινομένου απαιτεί συνδυασμούς δεδομένων αλλά και ερευνητικών μεθόδων, κάτι που γίνεται όλο και πιο αναγκαίο στην Ελλάδα, όπου η πληθώρα μικροϊδιοκτητών, η συσσώρευση από funds, τα ανενεργά ακίνητα του δημοσίου και οι αποποιήσεις κληρονομιάς συνθέτουν ένα εξαιρετικά σύνθετο πεδίο ιδιοκτησίας και χρήσεων.
Η σημαντική αύξηση του αριθμού των κενών κατοικιών σε κεντρικές περιοχές της Αθήνας κατά την περίοδο 2001-2011 (που σε ορισμένες περιοχές έφτασε το 200%, βλ. Πίνακα 3) αποδόθηκε στις ευρύτερες χωρικές αναδιαρθρώσεις της μητροπολιτικής περιοχής: την προαστιοποίηση, την συρρίκνωση του πληθυσμού (ήδη από τη δεκαετία του 1980, βλ. Πίνακα 2) και τη μειωμένη ζήτηση λόγω περιορισμένης αγοραστικής δυνατότητας των νοικοκυριών στις περιοχές αυτές (Μαλούτας & Σπυρέλλης, 2015). Παράλληλα, συνδέθηκε με δομικά χαρακτηριστικά του ελληνικού καθεστώτος ιδιοκτησίας, όπως η μικροϊδιοκτησία και η πολυϊδιοκτησία, ενώ η αποεπένδυση κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης συνέβαλε σε περαιτέρω εγκατάλειψή (Τριανταφυλλόπουλος, 2015).
Εικόνες 1-7: Κενά στην Αθήνα
Το παρόν άρθρο επανεξετάζει το φαινόμενο βάσει των δεδομένων της απογραφής του 2021 και τα συμπληρώνει με δεδομένα για τα μη ηλεκτροδοτούμενα οικιστικά ακίνητα, τα οποία αξιοποιούνται ως έμμεσος δείκτης για τα κενά, σε αναλογία με την προσέγγιση των Χατζηπροκοπίου κ.α. (2024) για τη Θεσσαλονίκη. Δεδομένου ότι κάθε πηγή συγκροτεί διαφορετικά το αντικείμενο της ανάλυσης, αναδεικνύονται οι μεθοδολογικοί περιορισμοί αλλά και διακριτές ερμηνευτικές δυνατότητες των δύο προσεγγίσεων [2]. Το άρθρο εστιάζει στην ποσοτική και χωρική αποτύπωση των κενών κατοικιών στον Δήμο Αθηναίων, καθώς και στις χρονικότητες και τα χαρακτηριστικά τους, αντιμετωπίζοντας τα κενά όχι ως στατική κατηγορία αλλά ως διαδικασία που διαμορφώνεται διαχρονικά μέσα από αλληλοδιαπλεκόμενες κοινωνικές, οικονομικές και θεσμικές δυναμικές.
Κενές κατοικίες στον Δήμο Αθηναίων με βάση την απογραφή (2011-2021)
Οι απογραφές κατοικιών που πραγματοποιούνται ανά δεκαετία αποτελούν την πιο συνηθισμένη πηγή αναφοράς για τις κενές κατοικίες. Ως κενές κατοικίες καταγράφονται οι κανονικές κατοικίες που δεν αποτελούν τον συνήθη τόπο κατοικίας ατόμων κατά την απογραφή για διάφορους λόγους [3].
Το 2021, καταγράφηκαν 437.188 κανονικές κατοικίες (μόλις 9.363 επιπλέον σε μια δεκαετία) και 117.137 κενές (26,79% του αποθέματος) που βρίσκονται κυρίως σε πολυκατοικίες (94,62%). Από αυτές, 49.837 (42,55%) ήταν προς ενοικίαση [4] και 7.176 (6,13%) προς πώληση, ενώ 34.842 (29,74%) καταγράφονται ως δευτερεύουσες, 869 (0,74%) ως εξοχικές και 24.215 (20,84%) είναι κενές για άλλο λόγο. Όπως συμβαίνει και σε άλλες νοτιο-ευρωπαϊκές μεσογειακές μητροπόλεις, καταγράφεται υψηλό ποσοστό τόσο παροδικής όσο και διαρθρωτικής μη χρήσης οικιστικών ακινήτων, γεγονός που υποδηλώνει συστηματική υποχρησιμοποίηση του διαθέσιμου αποθέματος [5].
Πίνακας 1: Κενές κατοικίες στον Δήμο Αθηναίων ανά αιτία κενότητας, 2011-2021

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ απογραφές 2011 & 2021
Συνολικά την περίοδο 1991-2021 η Αθήνα παρουσιάζει έντονη δημογραφική συρρίκνωση (ιδιαίτερα την δεκαετία 2001-2011) σε συνδυασμό με αύξηση των νοικοκυριών, αλλά και του αποθέματος κατοικιών (ιδιαίτερα την περίοδο 2001-2011) (Πίνακας 2). Οι κενές κατοικίες κορυφώνονται το 2011 και μειώνονται την δεκαετία 2011-2021, παραμένοντας σε υψηλά επίπεδα [6].
Πίνακας 2: Πληθυσμός, νοικοκυριά και κανονικές κατοικίες στον Δήμο Αθηναίων 1991-2021

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Απογραφή 2021, Απογραφή 2011, Πανόραμα ΕΛΣΤΑΤ/ΕΚΚΕ για τις απογραφές 2001 και 1991
Ως προς την χωρική κατανομή στις επτά δημοτικές κοινότητες (Πίνακας 3, Γράφημα 1) η 6η Δ.Κ. (Πατήσια, Κυψέλη) συγκεντρώνει το 2021 τον μεγαλύτερο αριθμό κενών κατοικιών (σε απόλυτες και σχετικές τιμές), γεγονός που σχετίζεται με το εκτεταμένο οικιστικό απόθεμα και την σημαντική αύξηση κενών που κατέγραψε την προηγούμενη δεκαετία. Υψηλές συγκεντρώσεις παρατηρούνται επίσης στην 7η (Αμπελόκηποι, Πολύγωνο) και 2η (Παγκράτι, Νέος Κόσμος) κοινότητα, ενώ στην 1η (Κέντρο, Κολωνάκι, Εξάρχεια, Κουκάκι) το υψηλό ποσοστό κενών σχετίζεται και με την μεγάλη παρουσία εμπορικών και επαγγελματικών χρήσεων.
Πίνακας 3: Κενές και κανονικές κατοικίες ανά Δημοτική Κοινότητα 2021 και μεταβολή 2011-2021

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ Απογραφή 2021 και Πανόραμα ΕΛΣΤΑΤ/ΕΚΚΕ για τις απογραφές 2001 και 2011
Γράφημα 1: Πλήθος κενών κατοικιών ανά Δ.Κ. ανά δεκαετία (2001-2021)

Με εξαίρεση την 7η κοινότητα όπου καταγράφεται αύξηση κενών κατοικιών κατά 15,5% και την 4η με μικρότερη αύξηση περίπου 5%, φαίνεται ότι κατά την περίοδο 2011-2021 ένα σημαντικό ποσοστό των κενών επανήλθε σε χρήση, ενδεχομένως καλύπτοντας, μαζί με τις νέες κατοικίες, ένα μέρος της ζήτησης που προέκυψε από την αύξηση των νοικοκυριών στον Δήμο. Ωστόσο, στην εκτίμηση θα πρέπει να συνυπολογιστούν οι κατοικίες που μετατοπίστηκαν από την κανονική σε τουριστική ή βραχυ/μεσοπρόθεσμη χρήση, ή κενές που μετατράπηκαν σε τουριστικά καταλύματα, κάτι που δυσχεραίνεται από τη στατιστική ασάφεια και τους περιορισμούς ορισμού και καταγραφής των επιμέρους κατηγοριών στην απογραφή.
Η μεγάλη μεταβολή στην 3η κοινότητα (Πετράλωνα, Θησείο, Βοτανικός, Γκάζι) εξηγείται πιθανά από το μικρό συγκριτικά μέγεθος του οικιστικού αποθέματος, αλλά και την εγκατάλειψη και υποεπένδυση στην περιοχή την προηγούμενη δεκαετία εν αναμονή πιο κερδοφόρων δυναμικών αναβάθμισης, αλλά και λόγω της εκτεταμένης ανάπτυξης χρήσεων αναψυχής και τουρισμού. Η 2η και 6η κοινότητα βρίσκονται στο επίκεντρο των τάσεων εξευγενισμού και τουριστικοποίησης των κεντρικών γειτονιών, ενώ η μείωση των κενών στην 5η κοινότητα (Άνω Πατήσια, Ριζούπολη) μπορεί να οφείλεται στον εκτοπισμό κατοίκων από τις κεντρικές περιοχές. Στην 1η κοινότητα, παρά την μεγάλη συγκέντρωση τουριστικών καταλυμάτων και επενδύσεων, η μικρή μεταβολή πιθανά αντανακλά τη μετατόπιση κατοικιών από εκτός χρήσης κενά σε βραχυχρονια μίσθωση. Σίγουρα, η διατύπωση ασφαλέστερων συμπερασμάτων προϋποθέτει περαιτέρω επιτόπια και εις βάθος έρευνα.
Χάρτης 1: Μεταβολή 2011-2021 και πλήθος κενών ανά ΔΚ
Η παλαιότητα των κενών κατοικιών αποτελεί κρίσιμο παράγοντα, καθώς σχετίζεται με το υψηλό κόστος αποκατάστασης και ενεργειακής αναβάθμισης που πιθανά απαιτείται για την επανάχρησή τους. Το 82% των κενών διαμερισμάτων εντοπίζεται σε κτίρια της περιόδου 1946-1980, ιδίως στη φάση της μαζικής παραγωγής πολυκατοικιών της αντιπαροχής (1960-1980) (Πίνακας 4). Περαιτέρω διερεύνηση απαιτεί και το μεγάλο ποσοστό κενών στις νεότερες κατασκευές. Αν και η παραγωγή νέων κατοικιών -όπως αποτυπώνεται στην απογραφή- είναι σχετικά χαμηλή σε σχέση με τη ζήτηση, παρόλα αυτά μεγάλο μέρος του νέου αποθέματος δεν μπαίνει σε χρήση. Πιθανά αυτό σχετίζεται είτε με τις πολύ υψηλές πώλησης και ενοικίασης των νεόδμητων κατοικιών, είτε με το είδος των αγοραστών αυτού του αποθέματος που ενδεχομένως έχουν επενδυτικά κίνητρα (π.χ. golden visa).
Πίνακας 4: Περίοδος κατασκευής των κενών κατοικιών σε σχέση με το συνολικό οικιστικό απόθεμα

Πηγή: Απογραφή 2021
Όσον αφορά το μέγεθος των κενών κατοικιών, οι μισές κυμαίνονται μεταξύ 50 και 80 τμ, κατ’ αναλογία με το συνολικό οικιστικό απόθεμα, ενώ σημαντικό ποσοστό εντοπίζεται και σε κατοικίες κάτω από 50τμ. Η κατηγορία αυτή ενδέχεται να αντιστοιχεί σε συγκριτικά πιο απαξιωμένο τμήμα του οικιστικού αποθέματος, δεδομένου ότι στο τυπικό πρότυπο της πολυκατοικίας της αντιπαροχής που κυριαρχεί στον Δήμο Αθηναίων οι μικρότερες κατοικίες χωροθετούνται κατά κανόνα στους χαμηλότερους ορόφους, οι οποίοι έχουν συνδεθεί με χαμηλότερη αξία και ποιότητα κατοίκησης (βλ. Γράφημα 1, Μαλούτας & Σπυρέλλης, 2015).
Πίνακας 5: Μέγεθος κενών κατοικιών σε σχέση με το συνολικό οικιστικό απόθεμα

Πηγή: Απογραφή 2021
Κενά οικιστικά ακίνητα στον Δήμο Αθηναίων με βάση τα στοιχεία του ΔΕΔΔΗΕ (2024–2025)
Τα μη ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα (Μ.Η.) αποτελούν μια κρίσιμη συμπληρωματική πηγή, καθώς η απουσία ηλεκτροδότησης συνδέεται άμεσα με πραγματική μη-χρήση, σε αντίθεση με τις κατηγορίες ακινήτων της ΕΛΣΤΑΤ οι οποίες σε μεγάλο ποσοστό έχουν περιστασιακή ή εποχική χρήση. Αποτελούν συνεπώς πιο αξιόπιστη ένδειξη των κενών ακινήτων, δεδομένου ότι σχεδόν όλα τα μη ηλεκτροδοτούμενα είναι κενά, αν και δεν είναι όλα τα κενά μη ηλεκτροδοτούμενα. Ο δείκτης υποεκτιμά το μέγεθος του φαινομένου, αλλά μπορεί να αποτυπώσει με σχετική ακρίβεια την ελάχιστη έκτασή του.
Η βάση δεδομένων του ΔΕΔΔΗΕ παρέχει πληροφορίες για τα ακίνητα που παραμένουν εκτός ηλεκτρικής σύνδεσης κατά την ημερομηνία εξαγωγής των δεδομένων [7]. Στη συνέχεια αναλύονται οι συγκεντρώσεις και η χωρική κατανομή των Μ.Η. στον Δήμο Αθηναίων ανά χρήση (πρώην οικιστική ή επαγγελματική), οι χρονικότητες των ηλεκτροδιακοπών, καθώς και το μέγεθος και η ηλικία των Μ.Η. ακινήτων. Με βάση τα στοιχεία του Σεπτεμβρίου 2025 (Πίνακας 6) στον Δήμο Αθηναίων καταγράφονται συνολικά 622.849 ηλεκτρικές παροχές, από τις οποίες το 81,7% είναι οικιακές και το 18,3% επαγγελματικές [8]. Από αυτές το 11,7% ήταν εκτός σύνδεσης. Το ποσοστο των Μ.Η. είναι πολύ υψηλότερο για τις επαγγελματικές με σχεδόν ένα στα τρια ακίνητα να είναι μη ηλεκτροδοτούμενο, ενώ είναι 7,7% για τις οικιακές, σε σημαντική απόκλιση από το 26,8% κενών κατοικιών που κατέγραψε η ΕΛΣΤΑΤ το 2021.
Πίνακας 6: Ηλεκτροδοτούμενα και μη-ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα κατά χρήση

Πηγή: Δήμος Αθηναίων (στοιχεία ΔΕΔΔΗΕ), Σεπτεμβριος 2025
Ο συνολικός αριθμός των Μ.Η. τον Σεπτέμβριο 2025 ήταν 75.289, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 11,9% από τον Σεπτέμβριο 2024 (Πίνακας 7). Η αύξηση επηρεάζεται σημαντικά από τον μεγάλο αριθμό διακοπών το πρώτο εννεάμηνο του 2025 (13.837 διακοπές), [9] από τις οποίες το 81% αφορούν οικιακά ακίνητα και οι οποίες αντιστοιχούν στο 27,5% των Μ.Η. οικιακών ακινήτων. Αν αφαιρέσουμε τις νέες διακοπές που έγιναν το 2025 βλέπουμε ότι μεταξύ 2024-2025 τα ακίνητα που ήταν εκτός σύνδεσης το 2024 συνολικά μειώθηκαν κατά 8,7%. Η επαναφορά είναι πιο άμεση για τα οικιακά ακίνητα (12,9%) σε σχέση με τα επαγγελματικά (4,3%).
Πίνακας 7: Μεταβολή μη ηλεκτροδοτούμενων ακινήτων Σεπτέμβριος 2024-2025

Πηγή: Δήμος Αθηναίων (στοιχεία ΔΕΔΔΗΕ)
Όσον αφορά τη γεωγραφική κατανομή των κενών μη-ηλεκτροδοτούμενων κατοικιών, το 28,46% (11.579) εντοπίζεται στην 6η κοινότητα, ενώ τα υπόλοιπα κατανέμονται σχετικά ισότιμα στις άλλες Δ.Κ. (Πίνακας 7, Χάρτες 2 & 3). Αν τα εξετάσουμε σε σχέση με το στεγαστικό απόθεμα (κανονικές κατοικίες στην απογραφή 2021), μεγαλύτερα ποσοστά εμφανίζουν η 3η (14,7%) και 6η (12,52%) κοινότητα, ενώ τα χαμηλότερα ποσοστά Μ.Η. είναι στην 7η (5,15%). Η 1η κοινότητα συγκεντρώνει το 25,9% των επαγγελματικών Μ.Η. ακινήτων. Ακολουθούν η 3η, η 2η και η 6η.
Πίνακας 8: Χωρική κατανομή των Μ.Η. ανά Δημοτική Κοινότητα

Πηγή: Δήμος Αθηναίων (στοιχεία ΔΕΔΔΗΕ), Σεπτεμβριος 2025 και ΕΛΣΤΑΤ 2021
Στον Χάρτη 2 βλέπουμε την χωρική κατανομή του ποσοστού των οικιακών Μ.Η. στο σύνολο των Μ.Η. ακινήτων, καθώς και το απόλυτο μέγεθος των Μ.Η. ακινήτων σε επίπεδο ταχυδρομικού κωδικού (Τ.Κ.). Κατά μέσο όρο τα μισά μη ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα είχαν οικιακή χρήση. Το ποσοστό είναι χαμηλότερο σε περιοχές με μεγαλύτερο αριθμό επαγγελματικών ακινήτων και αντίστροφα, ενώ επηρεάζεται και από τον συνολικό αριθμό των Μ.Η. σε κάθε Τ.Κ..
Χάρτης 2: Ποσοστό κατοικιών στο σύνολο των μη ηλεκτροδοτούμενων ακινήτων και πλήθος Μ.Η. ανά Τ.Κ.
Η εικόνα αλλάζει, αν εξετάσουμε το σύνολο των οικιακών Μ.Η. ακινήτων στο στεγαστικό απόθεμα (Χάρτης 3). Το ποσοστό φαίνεται μεγαλύτερο στις περιοχές της 1ης και 3ης ΔΚ όπου ιστορικά δεν αναπτύχθηκε η χρήση της κατοικίας όπως το ιστορικό και εμπορικό κέντρο ή περιοχές με σχετικά μικρό αριθμό κατοικιών και συνθήκες υποβάθμισης και αποεπένδυσης, όπως και οι περιοχές του Μεταξουργείου και του Γκαζιού, καθώς και γύρω από την Ομόνοια.
Χάρτης 3: Ποσοστό κατοικιών προς απόθεμα κανονικών κατοικιών της ΕΛΣΤΑΤ 2021 και πλήθος οικιακών Μ.Η. ανά Τ.Κ.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η χρονικότητα των ηλεκτροδιακοπών καθώς δίνει μια εικόνα της περιόδου αποσύνδεσης των ακινήτων που εξακολουθούν να βρίσκονται εκτός χρήσης (Γράφημα 2). Η διάρκεια παραμονής εκτός χρήσης αποτελεί κρίσιμο δείκτη στην αξιολόγηση των αιτιών της κενότητας, ιδιαίτερα για τον σχεδιασμό πολιτικών επανενεργοποίησης. Επιπλέον, μας επιτρέπει να συσχετίσουμε τις περιόδους έξαρσης ή ύφεσης στις ηλεκτροδιακοπές με αλλαγές και μετασχηματισμούς που συμβαίνουν την αντίστοιχη περίοδο. Το 14,4% των οικιακών Μ.Η. φαίνεται να είναι εκτός σύνδεσης για πάνω από 20 χρόνια, το 25,5% μεταξύ δέκα και είσοσι χρόνια
Γράφημα 2: Μη-ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα ανά έτος ηλεκτροδιακοπής (1994-2025)

Πηγή: Δήμος Αθηναίων (στοιχεία ΔΕΔΔΗΕ), Σεπτεμβριος 2025
H αύξηση στις διακοπές ηλεκτροδότησης από το 2010 και μέχρι το 2014, με κορύφωση το 2012, συνδέεται άμεσα με την επιβολή του ΕΕΤΗΔΕ (φόρος ακινήτων που συλλέχθηκε αρχικά μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος), αλλά και ευρύτερα λόγω της αποεπένδυσης που ακολούθησε την οικονομική κρίση και της εγκατάλειψης ακινήτων από τους ιδιοκτήτες τους λόγω κόστους συντήρησης ή λόγω χρεών. Η έξαρση στις διακοπές στα οικιστικά ακίνητα κατά τα πιο πρόσφατα έτη (2024-2025) είναι σε έναν βαθμό αναμενόμενη καθώς σχετίζεται με την δυναμική στην αγορά ακινήτων και τις μεταβατικές διαδικασίες πώλησης, ενοικίασης ή επανάχρησης των ακινήτων.
Η αυξητική τάση ηλεκτροδιακοπών σε οικιακά ακίνητα της τελευταίας περιόδου οφείλεται πιθανόν και στην αυξημένη επενδυτική δραστηριότητα σε ακίνητα σε κεντρικές γειτονιές του Δήμου, καθώς και στις διαδικασίες συσσώρευσης ακινήτων από τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης χρέους. Τέλος, ο μεγάλος αριθμός ηλεκτροδιακοπών που έχει καταγραφεί το 1994 δεν φαίνεται να σχετίζεται με κάποια σημαντική αλλαγή την περίοδο εκείνη, και πιθανά προκύπτει από τη διοικητική διαχείριση της απουσίας στοιχείων για παλαιότερες ηλεκτροδιακοπές και με την ιστορικότητα του μητρώου.
Η χαρτογράφηση των κενών ακινήτων ανά περίοδο ηλεκτροδιακοπής (Χάρτης 4) μας δίνει μια διαχρονική εικόνα των χωρικών συγκεντρώσεων των διακοπών και αποτυπώνει τις χωρικές εντάσεις στις διαδικασίες αστικού μετασχηματισμού των διαφορετικών περιόδων. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίοδος 2010-2014, καθώς φαίνεται ότι μεγάλο μέρος των ακινήτων που βγήκαν εκτός χρήσης εκείνη την περίοδο δεν έχουν επανασυνδεθεί.
Χάρτης 4: Εξέλιξη μέσου όρου διακοπών ηλεκτροδότησης κατοικιών για την περίοδο 1995-2024 (ανά πενταετία) ανά Τ.Κ
Στον Χάρτη 5 σε αποχρώσεις του κόκκινου απεικονίζονται οι ΤΚ που έχουν δείκτη Συντελεστή Χωροθέτησης (Σ.Χ.) πάνω από 1 (δηλαδή πάνω από τον μέσο όρο του συνόλου του Δήμου) και δηλώνουν περιοχές με μεγαλύτερο ποσοστό επαναφοράς μη ηλεκτροδοτούμενων ακινήτων κατά την περίοδο 2024-2025. Ενδεχομένως αυτό σχετίζεται με εντονότερη δραστηριότητα μεταβιβάσεων, ανακαινίσεων και αλλαγής ενοίκων. Αντίθετα, το κέντρο και οι δυτικές συνοικίες μοιάζει να έχουν πιο αργούς ρυθμούς επαναφοράς (σε αποχρώσεις του μπλέ), όπως και περιοχές που ενδεχομένως είχαν πιο έντονη δραστηριότητα τα προηγούμενα χρόνια, όπως το Κουκάκι και τα Πετράλωνα. Πιο ασφαλή συμπεράσματα θα μπορούν να εξαχθούν μετά από κάποια χρόνια σταθερής εξαγωγής των δεδομένων και συγκριτικής ανάλυσής τους.
Χάρτης 5: Μεταβολή ποσοστού επαναφοράς μη ηλεκτροδοτούμενων ακινήτων 2024-2025 (Σ.Χ.)
Πηγή: Δήμος Αθηναίων (στοιχεία ΔΕΔΔΗΕ), ΕΛΣΤΑΤ 2021
Η κατανομή των Μ.Η. οικιακών ακινήτων ως προς την περίοδο κατασκευής (Πίνακας 9) παρουσιάζει διαφορές σε σχέση με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (Πίνακας 4). Μια στις τέσσερις κατοικίες εκτός χρήσης φαίνεται να έχουν κατασκευαστεί πριν το 1960 και αντίστοιχο ποσοστό έχει κατασκευαστεί την περίοδο 1981-2010, ενώ στην περίοδο 1961-1980, που συγκεντρώνει το 70% των κενών με βάση την απογραφή του 2021, έχουν κατασκευαστεί το 46% των οικιακων Μ.Η.. Η απόκλιση αυτή αντανακλά την διαφορά μεταξύ κενών που ενδεχομένως έχουν περιστασιακή ή άλλη χρήση όπως καταγράφονται από την ΕΛΣΤΑΤ, και πραγματικής μη-χρήσης που υποδηλώνει η απουσία ρεύματος. Δεν θα πρεπει να αποκλειστούν λανθασμένα ή ανεπαρκή στοιχεία στις δηλώσεις του ΔΕΔΔΗΕ.
Πίνακας 9. Περίοδος κατασκευής οικιακών Μ.Η. ακινήτων

Πηγή: Δήμος Αθηναίων (στοιχεία ΔΕΔΔΗΕ), ΕΛΣΤΑΤ 2021
Χάρτης 6: Περίοδος κατασκευής οικιακών Μ.Η. ακινήτων ανά Δ.Κ.
Πηγή: Δήμος Αθηναίων (στοιχεία ΔΕΔΔΗΕ), ΕΛΣΤΑΤ 2021
Τέλος, φαίνεται ότι τα ακίνητα που είναι πραγματικά εκτός χρήσης έχουν σε μεγαλύτερο ποσοστό μέγεθος κάτω από 50 τμ σε σχέση με την κατανομή της ΕΛΣΤΑΤ, επιβεβαιώνοντας την υπόθεση ότι πρόκειται μάλλον για απαξιωμένα ακίνητα σε υπόγεια και χαμηλούς ορόφους.
Πίνακας 10: Μέγεθος οικιακών Μ.Η. ακινήτων

Πηγή: Δήμος Αθηναίων (στοιχεία ΔΕΔΔΗΕ), ΕΛΣΤΑΤ 2021
Μεθοδολογικές σημειώσεις και συμπεράσματα
Η συμπληρωματική αξιοποίηση των δύο μεθόδων εκτίμησης του κενού αποθέματος -την απογραφή της ΕΛΣΤΑΤ και του έμμεσου δείκτη μη ηλεκτροδότησης από το μητρώο του ΔΕΔΔΗΕ- ανέδειξε τις διαφοροποιημένες γεωγραφίες, τα χαρακτηριστικά και τις δυναμικές διαμόρφωσης του αποθέματος κενών, αλλά και τους ερμηνευτικούς περιορισμούς κάθε βάσης. Τα κενά στην Αθήνα δεν αντιστοιχούν στα μεγέθη που συχνά επικαλείται ο πολιτικός και δημοσιογραφικός λόγος, παραμένουν ωστόσο πολλά ακόμη και με τον ελάχιστο υπολογισμό της μη ηλεκτροδότησης. Πρόκειται κυρίως για κατοικίες μικρού ή μεσαίου μεγέθους και μεγάλης ηλικίας (άνω των 50 ετών). Σημαντικό ποσοστό παραμένει κενό για μεγάλο διάστημα (20% άνω των 15 ετών), ενώ περαιτέρω διερεύνηση απαιτείται για τα ακίνητα που βγήκαν εκτός χρήσης την περίοδο της οικονομικής κρίσης και παραμένουν αδρανή (20%), καθώς και για το υψηλό ποσοστό κενών κατοικιών νεότερης κατασκευής (27% μετά το 1980).
Τα δεδομένα της απογραφής απαιτούν επίσης συστηματικότερη ανάλυση ως προς τις κατηγορίες μη-κατοικούμενων κατοικιών, που δεν αποτελούν κύρια κατοικία ή δεν εξυπηρετούν στεγαστική χρήση, καθώς μπορούν να αποτελέσουν πεδίο παρέμβασης για την αύξηση της διαθεσιμότητας κύριας κατοικίας. Ενδιαφέρον, αντίστοιχα, παρουσιάζουν και τα κενά επαγγελματικά ακίνητα, τα οποία δεν εξετάστηκαν διεξοδικά σε αυτό το άρθρο. Ο εμπλουτισμός της ανάλυσης με διασταύρωση δεδομένων από άλλες πηγές (φορολογικές δηλώσεις, κτηματολόγιο, υδροδότηση), σε συνδυασμό με στοχευμένες ποιοτικές και επιτόπιες έρευνες, θα συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση της ιδιοκτησιακής δομής, της κατάστασης και των δυνατοτήτων ενεργοποίησής τους.
Η δημιουργία τοπικών μηχανισμών παρακολούθησης, όπως το Παρατηρητήριο Κατοικίας, και μη-κερδοσκοπικών δομών διαχείρισης, όπως οι υπηρεσίες κοινωνικής μίσθωσης, αποτελεί αναγκαία προϋποθέση για την κοινωνικά ωφέλιμη επανενεργοποίηση των κενών. Αντίθετα, οι άνευ όρων επιδοτήσεις και φοροαπαλλαγές προς ιδιώτες ιδιοκτήτες ενισχύουν τις πιέσεις της αγοράς χωρίς κοινωνικά και χωρικά δίκαια στεγαστικά αποτελέσματα.
Ευχαριστίες
Το άρθρο εντάσσεται στα αποτελεσμάτα του ερευνητικού έργου SEDE [10]. Μέρος των δεδομένων συλλέχθηκε στο πλαίσιο εκπόνησης της Στρατηγικής Στεγαστικής Πολιτικής του Δήμου Αθηναίων. Θερμές ευχαριστίες στον Σταύρο Σπυρέλλη για την παραγωγή των χαρτών, καθώς και για την πολύτιμη υποστήριξη και υπομονή του, και στην Γεωργία Θυμόγλου για τις χρήσιμες διευκρινίσεις σχετικά με τα δεδομένα της απογραφής.
[1] Ενδεικτικά: Ευρωπαϊκό Σχέδιο Οικονομικά Προσιτής Στέγασης, Housing Advisory Board recommendations to the EC, Repurposing Vacant Spaces into Homes.
[2] Άλλες πιθανές πηγές, όπως τα δεδομένα της φορολογικής αρχής, δεν μπορούν προς το παρόν να αξιοποιηθούν με επαρκή εγκυρότητα, καθώς στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος από ακίνητα (Ε2) και τις δηλώσεις ακίνητης περιουσίας (Ε9) δεν αναγράφονται στοιχεία ταυτοποίησης μοναδικών ακινήτων, αλλά τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των φορολογούμενων επί αυτών. Η ενδεχόμενη δημιουργία ενιαίου Μητρώου Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων που ανακοινώθηκε πρόσφατα, θα μπορούσε να προσφέρει πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τα κενά.
[3] Στην τελευταία απογραφή οι κανονικές κατοικίες διακρίνονται σε κατοικούμενες και κενές, οι οποίες διακρίνονται σε εξοχικές (εννοιολογικά περιλαμβάνονται και οι τουριστικές μισθώσεις), δευτερεύουσες (συστηματικής περιστασιακής ή εποχικής χρήσης), κενές προς ενοικίαση, προς πώληση, προς κατεδάφιση ή για άλλη αιτία. Στην τελευταία κατηγορία εντάσσονται ενδεικτικά περιπτώσεις πλήρους εγκατάλειψης, μη ηλεκτροδότησης ή πρόθεσης μελλοντικής χρήσης από μέλη της οικογένειας.
[4] Ο πολύ μεγάλος αριθμός κενών προς ενοικίαση δεν αντιστοιχεί με την προσφορά κατοικιών που εμφανίζεται στις πλατφόρμες αγγελιών (π.χ. στις 17/12/2025 εμφανίζονται στον spitogato.gr 7.591 και στο indomio.gr 8.355 κατοικίες προς μίσθωση). Παρά την χρονική απόσταση από την απογραφή, αυτό δημιουργεί ερωτήματα ως προς τις περιπτώσεις ακινήτων που εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία. Πιθανά σε αυτή έχουν καταγραφεί εκ παραδρομής βραχυχρόνιες μισθώσεις που σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ τυπικά εμπίπτουν στις εξοχικές κατοικίες. Αυτή η υπόθεση υποστηρίζεται και από τον πολύ χαμηλό αριθμό εξοχικών κατοικιών που καταγράφηκαν το 2021.
[5] Η παροδική ή μεταβατική μη-χρήση (frictional vacancy) αφορά κατοικίες που βρίσκονται στην αγορά προς πώληση ή ενοικίαση και θεωρείται φυσιολογική, καθώς συνδέεται με τη λειτουργία και την κινητικότητα της αγοράς και τις χρονικές υστερήσεις μεταξύ αλλαγών χρήστη (εκτιμάται συνήθως στο 3-6%). Αντίθετα, η διαρθρωτική μη-χρήση (structural vacancy) αφορά κατοικίες που παραμένουν εκτός αγοράς για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, λόγω παλαίωσης ή απαξίωσης, εκτεταμένης ανακαίνισης, ιδιοκτησιακών ή θεσμικών ζητημάτων, κερδοσκοπικών στρατηγικών ή έλλειψης ενδιαφέροντος από τους ιδιοκτήτες. Διακρίνεται επίσης η περιστασιακή μη-χρήση (occasional vacancy) που συνδέεται κυρίως με δευτερεύουσες κατοικίες και τον τουρισμό (FEANTSA 2016:5).
[6] Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνεται και στη σημαντική άνοδο του δείκτη κατοικιών ανά 1.000 κατοίκους, ο οποίος αυξάνεται από 468 το 1991 σε 679 το 2021 (από τις υψηλότερες τιμές μεταξύ των χωρών του OASA, OECD 2024, ΗΜ1.1. Housing stock and construction), αποτυπώνοντας την υπερπαραγωγή κατοικίας σε σχέση με τις πραγματικές στεγαστικές ανάγκες, κάτι που αντανακλά τη βαρύνουσα σημασία της οικοδομικής δραστηριότητας στη διαμόρφωση της οικονομίας της Αθήνας, στο πλαίσιο του ευρύτερου εθνικού αναπτυξιακού προτύπου.
[7] Τα δεδομένα στο παρόν άρθρο εξάχθηκαν στον Σεπτέμβριο του 2024 και τον Σεπτέμβριο του 2025. Αυτό επιτρέπει μια πρώτη διαχρονική ανάλυση του ρυθμού μεταβολής των Μ.Η., ωστόσο για πιο ασφαλή συμπεράσματα απαιτείται πιο μακροπρόθεσμη παρακολούθηση.
[8] Οι οικιακές παροχές το 2025 (508.984) υπερβαίνουν σημαντικά τον αριθμό των κανονικών κατοικιών που κατέγραψε η ΕΛΣΤΑΤ το 2021 (437.188), με διαφορά 71.792 μονάδων. Οι λόγοι αυτής της απόκλισης δεν είναι απολύτως σαφείς: παροχές δηλωμένες ως οικιακές ενδέχεται να μην αντιστοιχούν σε χρήση κατοικίας και συνεπώς να μην καταγράφονται στην απογραφή, ενώ ορισμένες κατοικίες μπορεί να διαθέτουν περισσότερες από μία οικιακές παροχές. Η ερμηνεία της διαφοράς απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση. Στις αναλύσεις που ακολουθούν, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ χρησιμοποιούνται ως βάση αναφοράς για το οικιστικό απόθεμα.
[9] Το πρώτο εννεάμηνο του 2025 καταγράφηκαν 11.256 αιτήσεις ηλεκτροδιακοπής οικιακών ακινήτων, αυξημένες κατά 120% από τις αιτήσεις ηλεκτροδιακοπής του 2024 που ήταν 5.115. Στις αναλύσεις που ακολουθούν έχουν αφαιρεθεί οι διακοπές του 2025.
[10] Ερευνητικό πρόγραμμα « Κοινωνικοί διαχωρισμοί και αποστέρηση στην Αθήνα 2011-2021 » (SeDe). Πρόγραμμα χρηματοδοτούμενο από το ΕΛΙΔΕΚ στο πλαίσιο της Προκήρυξης «Χρηματοδότηση της Βασικής Έρευνας (Οριζόντια υποστήριξη όλων των Επιστημών), Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Ελλάδα 2.0)» και φορέα υλοποίησης το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών. (Επιστημονικά Υπεύθυνος: Σ. Ν. Σπυρέλλης). https://www.sedeproject.eu
Αναφορά λήμματος
Σιατίτσα, Δ. (2026) Κενές κατοικίες στον Δήμο Αθηναίων: χωρικές δυναμικές, μεθοδολογικές δυσκολίες και προκλήσεις για την κοινωνική αξιοποίησή τους στη συγκυρία της στεγαστικής κρίσης, στο Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/άρθρο/κενές-κατοικίες-στον-δήμο-αθηναίων/ , DOI: 10.17902/20971.130
Αναφορά Άτλαντα
Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) (2015) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/ , DOI: 10.17902/20971.9
Βιβλιογραφία
- Αράπογλου, Β., Σιατίτσα, Δ. (2019). Πολιτικές αξιοποίησης κενών κτιρίων και κατοικιών. Στο Ν. Κουραχάνης (Επιμ.), Κατοικία και κοινωνία. Προβλήματα, πολιτικές και κινήματα (201–225). Διόνικος
- Αράπογλου, Β., Μαλούτας, Θ., Σιατίτσα, Δ. (2019). Κενές κατοικίες: Ένας πόρος για την κοινωνική πολιτική κατοικίας και την τοπική ανάπτυξη στην Αθήνα. Γεωγραφίες, 33, 52-64.
- Μαλούτας, Θ. (2000). Αστικοποίηση και κενές κατοικίες. Στο Μαλούταςμ Θ. (Επιμ.), Κοινωνικός και Οικονομικός Άτλας της Ελλάδας. Οι πόλεις (σσ. 24–25). ΕΚΚΕ, Gutenberg, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας.
- Μαλούτας, Θ., Σπυρέλλης Σ.Ν. (2016). Κενές Κατοικίες. Στο Θ. Μαλούτας & Σ. Σπυρέλλης (Επιμ.), Κοινωνικός Άτλαντας της Αθήνας.
- Τριανταφυλλόπουλος, Ν. (2015). Το κτηριακό απόθεμα του κέντρου της Αθήνας, Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας.
- Μπελαβίλας, Ν., Πρέντου, Π. (2015). Τα εγκαταλελειμμένα κτήρια και τα ξενοίκιαστα εμπορικά καταστήματα: Το χωρικό σχήμα της κρίσης, Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας.
- Χατζηπροκοπίου, Π., Καλογερέσης, Αθ. (2023). Kενές κατοικίες και χωροκοινωνικοί μετασχηματισμοί στη Θεσσαλονίκη. Γεωγραφίες, 41, 23-39.
- Χατζηπροκοπίου, Π., Μάγγου, Η., Σιατίτσα, Δ. (2024). Προσεγγίζοντας τις κενές κατοικίες στο Δήμο Θεσσαλονίκης. Κοινωνικός Άτλας Θεσσαλονίκης.
- Χατζηπροκοπίου Π., Καραγιάννη Μ., Βράντσης Ν., Μάγγου Η., Σιατίτσα Δ., Ozgunes Μ., Σεφεριάδου Π. (2025) Εκτίμηση κτιριακού αποθέματος προς αξιοποίηση σε προγράμματα κοινωνικής και οικονομικά προσιτής κατοικίας στον Δήμο Θεσσαλονίκης. Παραδοτέο έρευνας.
- Caramaschi, S., Chiodelli, F. (2022). Reconceptualising housing emptiness beyond vacancy and abandonment. International Journal of Housing Policy, 23(3), 588-611.
- Dimitrakou, I. (2021). A sense of absence: Resituating housing vacancy in post-crisis Athens. Housing Studies, 37(6), 997-1014.
- FEANTSA (2016). Filling Vacancies. Vacant Real-Estate: Seizing the opportunity to find Affordable Housing Solutions in Europe. Report.
- Hoekstra, J., Vakili Zad, C. (2006). High vacancy rates and high house prices. A. Mediterranean paradox, Paper for the ENHR 2006 conference in Slovenia.
- O’Callaghan, C. (2023). Rethinking vacancy within the urbanization process: towards a new research agenda. Urban Geography, 45(5), 863-882.
- Vrantsis, N. (2025). Financialization, possessive familialism, and the politics of vacancy: How vacancy became Greece’s most lucrative housing strategy, Radical Housing Journal, 7(1).


























