Το αντικείμενο σχολιασμού του παρόντος λήμματος είναι ο κοινωνικός χαρακτήρας του σχεδιασμού στην Αθήνα του 1833, το λεγόμενο ‘σχέδιο Κλεάνθους-Schaubert’. H κοινωνική διερεύνηση καλύπτει δύο πλευρές: τόσο τους συντάκτες του σχεδίου όσο και το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο αναφοράς. Ως προς τους συντάκτες, διατυπώνεται ένας αντίλογος σε σχέση με την επικρατούσα θεώρηση της εργασίας τους μέσα από στερεότυπα γεωμετρικά σχήματα τα οποία, επιβαλλόμενα στο χαρτί, δικαιολογούν τις σχεδιαστικές τους επιλογές (κυκλική ερμηνεία). Αντίθετα, υποστηρίζεται ότι η εργασία πεδίου που προηγήθηκε για την αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης στην πόλη ‘αποκάλυψε’ σε αυτούς, μέσω των μηνυμάτων που μετέφεραν τα ίδια τα στοιχεία του κτισμένου χώρου, σημαντικές διαστάσεις του σχεδιασμού που έπρεπε να υπηρετήσουν. Ταυτόχρονα, οι εμπειρίες και τα βιώματα τόσο από την εκπαίδευση που απέκτησαν στο Βερολίνο όσο και από το γόνιμο ταξίδι τους στη Ρώμη, θεωρείται ότι συνέβαλαν στην ενίσχυση της κοινωνικής διάστασης της σχεδιαστικής τους πρότασης. Ως προς τη δεύτερη ενότητα, το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο αναφοράς, η αντίστιξη ανάμεσα σε αντιθετικές έννοιες όπως, κοινότητας και κοινωνίας, παράδοσης και σύγχρονης ζωής, δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, υποστηρίζεται εδώ ότι υποδεικνύει τις πραγματικές αιτίες αντίδρασης στο σχέδιο που οδήγησαν στο διάδοχο σχέδιο του Leo von Klenze. Η επίκληση των θιγόμενων συμφερόντων ιδιοκτητών (αστικής) γης δεν είχε την πρωτεύουσα θέση που της αποδίδεται. Σε μια πόλη όπου ο θεσμός της Δημογεροντίας συνέχιζε, τo 1833, να είναι σε ισχύ, όπου οι αντιλήψεις για την οργάνωση του καθημερινού τρόπου ζωής είχαν ριζώσει σε βάθος πολλών χρόνων, η υπέρβαση αυτών των αντιθέσεων δεν συνιστούσε μια αυτόματη διαδικασία. Για τον ίδιο λόγο, πιθανότατα, το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ενσωμάτωνε, πέρα από τις σαφείς πολιτικές, και παρόμοιες κοινωνικές διαστάσεις.
Οι παλαιότερες προσεγγίσεις του πρώτου σχεδίου της Αθήνας διακατέχονταν από ρομαντικό, φιλολογικό χαρακτήρα ή είχαν συνταχθεί στα πλαίσια μιας περιηγητικής χρονογραφίας – οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες ( Σουρμελής 1862, Φιλαδελφεύς 1902, Μπίρης 1933, Καρούζου 1934, Johannes και Μπίρης 1939). Οι πρώτες συστηματικές αναφορές τοποθετούνται στην μετά τα μέσα του 20ου αιώνα περίοδο. Tα σχετικά κείμενα είναι: P. Lavedan (1952), Ι. Τραυλός (1960), Κ. Μπίρης (1966), Αθήνα-Ευρωπαϊκή Υπόθεση (1985), T.Hall (1997), E.Bastea (2000), Αλ. Παπαγεωργίου-Βενετάς (1999, 2001), D.Karidis (2014), Υ. Tsiomis (2017). Ωστόσο, και σε αυτήν την κατηγορία προσεγγίσεων, η πλειονότητα των ιστοριογραφικών αναλύσεων κινείται στο δυσδιάκριτο όριο ανάμεσα στην ιστορία της αρχιτεκτονικής και την ιστορία της πόλης – ο ‘εγκυκλοπαιδισμός’ πρυτανεύει: τα πρόσωπα και οι χρονολογίες κυριαρχούν στο τοπίο της ανάλυσης και , έτσι, το modus operandi του σχεδίου απουσιάζει. Την ίδια στιγμή, το ίδιο το σχέδιο, απλώς περιγραφόμενο, αφήνεται να εννοηθεί ότι παρακολουθεί σχεδιαστικά στερεότυπα της εποχής του, μονότονα επαναλαμβανόμενα από τη μία δημοσίευση στην άλλη, ως αυτονόητα και παντοδύναμα εργαλεία σύνθεσης. Ίσως το πιο εντυπωσιακό είναι η ατροφική διάσταση της κοινωνικής ανάλυσης, κυρίως όσον αφορά την στενή οπτική μέσα από την οποία αναλύονται οι αντιδράσεις στην εφαρμογή εκείνου του σχεδίου.
Παρά τις επί μέρους διαφοροποιήσεις, οι προηγούμενες πηγές, στην πλειοψηφία τους, δείχνουν να συγκλίνουν στην έμφαση στα γεωμετρικά χαρακτηριστικά της πολεοδομικής σύνθεσης. Η ‘γεωμετρία’ της σύνθεσης, κατά κανόνα, αναδύεται μέσα από δύο ευδιάκριτα σχήματα (Εικόνα 1) – ένα ‘σχεδόν’ ισοσκελές, ‘σχεδόν’ ορθογώνιο τρίγωνο και ένα ‘σχεδόν’ τετράγωνο σχήμα (Αθήνα, Ευρωπαϊκή Υπόθεση : 93, Παπαγεωργίου-Βενετάς 2001: 67, Tsiomis 2017: 158). Ίσως όμως η ίδια αυτή ‘γεωμετρία’ μπορεί να διαβαστεί από άλλη οπτική, και να αποκαλύψει διαφορετικές συνιστώσες του σχεδίου.
Ας θεωρήσουμε άξονες και όχι γεωμετρικά σχήματα τα πρωτουργά στοιχεία του σχεδιασμού. Δύο άξονες φαίνεται να εγγράφονται στην υπάρχουσα κατάσταση της προεπαναστατικής Αθήνας, (όσον αφορά την οικονομική ζωή και τις κοινωνικές συμβάσεις διαχείρισης του χώρου), την οποία αποτύπωσαν οι Κλεάνθης και Schaubert, πριν υποβάλλουν την πρότασή τους. Οι άξονες αυτοί αντιστοιχούν σε σημαντικές πύλες εισόδου στην πόλη από τον Μοριά, από την Ελευσίνα και τη Θήβα και από τα Μεσόγεια. Στη διασταύρωσή τους, οι ίδιοι άξονες συμπύκνωναν ένα σημαντικό τμήμα της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής στην Αθήνα της όψιμης τουρκοκρατίας – την περιοχή του παζαριού. Ο κάθε άξονας οριζόταν από δύο τοπόσημα, επιλεγμένα ισότιμα από την αρχαιότητα και τους μεσαιωνικούς χρόνους.
Ο άξονας βορρά-νότου (οδός Αιόλου) συνδέει το Ερέχθειο με το Ωρολόγιον του Κηρρύστου (Εικόνα 2). Ο άξονας ανατολή-δύση (οδός Ερμού) συνδέει την Καπνικαρέα με την εκκλησία των Αγίων Ασωμάτων. Η συγκεκριμένη επιλογή του άξονα βορρά-νότου εξηγεί και τον προσανατολισμό του σχεδίου ως προς την Ακρόπολη (απόκλιση από τον αστρονομικό βορρά κατά, περίπου, 15ο). H απόκλιση αυτή έμενε ασχολίαστη στις ως τώρα αναλύσεις, ή εθεωρείτο ως συνέπεια διορθώσεων άλλων χαράξεων (Tsiomis 2017: 154). Ο άλλος άξονας, ανατολής-δύσης, σχεδιάστηκε έτσι ώστε να αποκλίνει λίγο από την ορθή γωνία στη συνάντησή του με τον προηγούμενο άξονα Β-Ν. Και αυτή η απόκλιση παρέμενε ασχολίαστη (Karidis, 107). H σχεδιαστική αυτή χειρονομία σχετίζεται με αντίστοιχες διαμορφώσεις του χώρου γύρω από τις δύο εκκλησίες, με βάση τις αρχές σχεδιασμού του ρομαντικού κλασικισμού και όχι μιας άκαμπτης μπαρόκ συμμετρίας (Εικόνα 3).
Στις υφιστάμενες αναλύσεις, τον πρωτεύοντα ρόλο του από βορρά προς νότον άξονα αναλάμβανε η οδός Αθηνάς, και όχι η οδός Αιόλου, όπως αναφέρθηκε. Αυτό γινόταν μάλλον γιατί η οπτική ’εγκλωβιζόταν’ στη λογική αναζήτησης της διχοτόμου της γωνίας κορυφής του τριγώνου για το οποίο κάναμε λόγο προηγουμένως. Επίσης, ένα από τα τοπόσημα που όριζαν την οδό Αθηνάς ήσαν τα Προπύλαια – επιλογή αυτόχρημα ατυχής [1].
Μια δεύτερη προσεκτική ανάγνωση της γεωμετρικής σύνθεσης στρέφει την προσοχή στην απόσταση που ορίζεται ανάμεσα στην οδό Αιόλου και την οδό Αθηνάς: αυτή δεν είναι άλλη από το μήκος της Βιβλιοθήκης του Αδριανού, ενός κτίσματος της αρχαιότητας το οποίο, όπως και το Ωρολόγιον του Κυρρήστου, είχε τύχει ευρείας προβολής στις δημοσιεύσεις των παλαιών περιηγητικών κειμένων [2]. Δεν είναι σύμπτωση ότι η επιφάνεια της Βιβλιοθήκης του Αδριανού αντιστοιχεί στην επιφάνεια της συντριπτικής πλειοψηφίας των οικοδομικών τετραγώνων που εμφανίζονται στο πρώτο σχέδιο της Αθήνας . Δεδομένου ότι στο σχέδιο μιας πόλης το μέγεθος των οικοδομικών τετραγώνων είναι ίδιας σημασίας με τις σχεδιαστικές χειρονομίες που πλαισιώνουν την πολεοδομική σύνθεση, γίνεται αντιληπτή η σημασία αυτής της διαπίστωσης. Και μια πρόσθετη παρατήρηση: η θέση του δεύτερου παράλληλου προς την οδό Αθηνάς άξονα, προς τα δυτικά (που τελικά δεν διανοίχθηκε), σε ίση απόσταση από την οδό αυτή όπως και η οδός Αιόλου, εξηγεί το μήκος που επελέγη για να σχεδιαστεί το ορθογώνιο που αντιστοιχεί στην κάτοψη των Ανακτόρων! [3]
Απομένει η ερμηνεία της επιλογής των συντακτών του σχεδίου για την διέλευση του άξονα της οδού Ερμού μέσω της Καπνικαρέας. Η επιλογή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε για «μυστηριώδεις λόγους» (Tsiomis 2017: 154) [4]. Είναι σκόπιμο να στρέψουμε την προσοχή μας στο ταξίδι που έκαναν οι Κλεάνθης και Schaubert αμέσως μετά το πέρας των σπουδών τους στην Baukademie [5]. Για τους δύο αυτούς αρχιτέκτονες η Ρώμη ήταν ένα ανοιχτό βιβλίο Ιστορίας της Πόλης, το πολύτιμο ερέθισμα ανάγνωσης της Αρχιτεκτονικής της Πόλης, και ο καθοριστικός διαμεσολαβητής ανάμεσα στην εκπαίδευση που είχε προσφέρει ο Karl Friedrich Schinkel και την μετέπειτα επαγγελματική ενασχόλησή τους. Πράγματι, η Ρώμη ήταν η ‘μήτρα’ εμβληματικών αστικών παρεμβάσεων οι οποίες είχαν ενταθεί την εποχή του Πάπα Σίξτου Ε’, στα τέλη του 16ου αιώνα (Gutkind 1969: 166). Νέοι άξονες κίνησης και οβελίσκοι είχαν αρθρώσει δυναμικά τον κτισμένο χώρο και είχαν προσανατολίσει με ασφάλεια τον επισκέπτη προς και γύρω από τα κτίρια/μνημεία, μέσω μιας «σαφώς οργανωμένης διαδοχής από σκοπούμενες αρχιτεκτονικές εντυπώσεις» και όχι «μέσω μιας σειράς από τυφλές θεάσεις σκορπισμένων κατοικιών, εκκλησιών, και ασαφούς τοπίου» (Bacon 1974: 136). Η θέση της Santa Maria Maggiore επάνω στην Strada Felicia, η αποθέωση του μπαρόκ σχεδιασμού (Rasmussen 1969: 50), δεν πρέπει να πέρασε απαρατήρητη.Θα μπορούσε να θεωρηθεί αρχετυπική έκφραση ως προς την μετέπειτα επιλογή της θέσης της Καπνικαρέας επάνω στον άξονα της οδού Ερμού.
Η Ρώμη, ωστόσο, υποδείκνυε και μία δεύτερη πρόκληση ανάγνωσης του αστικού χώρου: το Trivium της Piazza del Popolo. Την εποχή της επίσκεψης στη Ρώμη (1828) είχαν μόλις ολοκληρωθεί εκεί οι παρεμβάσεις του Giuseppe Valadier (Bacon 1974: 155, 157). Οι παρεμβάσεις αυτές περιλάμβαναν ημικυκλικές διατάξεις δεξιά και αριστερά από τον οβελίσκο στο κέντρο της πλατείας, τη σύνδεση της τελευταίας με τους κήπους του Pincio ανατολικά, και την κίνηση δυτικά, προς τον Τίβερη. Ιδού λοιπόν άλλη μία αρχετυπική έκφραση που ανακλήθηκε λίγα χρόνια αργότερα, από τους ίδιους αρχιτέκτονες, για να πλαισιώσει το πρώτο σχέδιο της Αθήνας: το ‘Αθηναϊκό’ Trivium, με τα Ανάκτορα στην κορυφή και τους ακτινικούς άξονες προς το Στάδιο, την Ακρόπολη και τον Πειραιά [6]. Μέσα από αυτό τον συλλογισμό, φαίνεται ότι ήταν μάλλον άστοχη η (εύκολη) αναζήτηση προτύπων στην Καρλσρούη (Tsiomis 2017: 159) ή στις Βερσαλλίες και στην Αγία Πετρούπολη (Παγεωργίου-Βενετάς 1999: 266-267).
Ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος-Ιωσήφ, με αφορμή τις πολεοδομικές παρεμβάσεις στη Βιέννη και τη Βουδαπέστη των μέσων του 19ου αιώνα, είχε σημειώσει στόχους παρέμβασης: Erweiterung, Regulierung, Verschönerung (Επέκταση, Ρύθμιση, Ωραιοποίηση). Το σχέδιο της Αθήνας του 1833, συμπύκνωνε τις ίδιες αυτές προθέσεις και, από αυτήν την άποψη, οι υφιστάμενες αναλύσεις αυτού του σχεδίου καλύπτουν αυτήν την συγκεκριμένη διάσταση σχεδιασμού. Υπάρχουν, εν τούτοις, περιοχές ανάλυσης που διέλαθαν της προσοχής, ή, που εγκλωβισμένες στη ‘μαγεία της γεωμετρίας’ έχασαν τη ‘μαγεία της ερμηνείας’. Τα σχόλια που ακολουθούν υπερβαίνουν τις προηγούμενες αγκυλώσεις. Η αρχή γίνεται από το τέλος, από την απόρριψη δηλαδή του σχεδίου – λίγο καιρό μετά την αρχική του έγκριση – και την εισαγωγή του διαδόχου σχήματος του Leo von Klenze.
Στη μεγάλη πλειοψηφία των υφιστάμενων αναλύσεων, οι αιτίες απόρριψης του σχεδίου επικεντρώνονται σε συγκρουόμενα κτηματικά συμφέροντα. Οι λίγες συστηματικές αναφορές στην κοινωνική και πολιτική διάσταση του σχεδιασμού επισκιάζονται από ό,τι θεωρείται ως «πολιτισμική παράδοση της σχέσης της νεοελληνικής κοινωνίας με την έγγειο ιδιοκτησία» (Μονιούδη-Γαβαλά 2017: 17).
Η διαδικασία εφαρμογής του πρώτου σχεδίου ήταν αναγκαστικά συσχετισμένη με την υπέρβαση δύο αντιθέσεων – από τη μια ανάμεσα στην ‘κοινότητα’ και την ‘κοινωνία’, που αποδίδουν οι όροι του F.Tönnies Gemeinschaft και Gesellschaft (Bottomore 1972: 39), και από την άλλη ανάμεσα στην ‘παράδοση’ και το ‘σύγχρονο’. Και οι δύο αντιθέσεις ενσωματώνονται στη μετάβαση από την προ-καπιταλιστική περίοδο στη ‘σύγχρονη’ εποχή (Karidis 2014: 245). Το 1833, το σύστημα τοπικής κυβέρνησης από δημογέροντες, το οποίο ήταν σε ισχύ τα χρόνια της τουρκοκρατίας, επιβίωνε ακόμη (Γέροντας 1964: 13). Η διαδοχή από τη βασική μονάδα της μικρής κοινότητας της εκκλησιαστικής ενορίας στην έννοια του ‘ατομικού’, η οποία υπακούει στους κανόνες της κοινωνικής οργάνωσης ενός σύγχρονου κράτους, δεν μπορούσε να γίνει ‘αυτόματα’. Η εγκατάλειψη παλαιότερων, διαμορφωμένων σε βάθος πολλών χρόνων, κοινωνικών και νοητικών συμπεριφορών σήμαινε, ταυτόχρονα, την καταστροφή μιας οργανικής κοινωνικής συνοχής (Εικόνα 4). Ακόμα και με τα αυστηρότερα των διαταγμάτων ενός νέου Δικαίου ήταν χίμαιρα να πιστεύεται ότι μπορούσε να ολοκληρωθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα το πέρασμα από τις μεσαιωνικές γειτονιές και την ‘ενότητα στην ποικιλία’ που αυτές ενσωμάτωναν, στο περιβάλλον της πόλης των αρχών του 19ου αιώνα, το οποίο είχε συλληφθεί στη βάση μιας θεατρικής maniera grande. Στο κέλυφος που επρόκειτο να δημιουργηθεί, η άρθρωση του χώρου γινόταν με ένα νέο αρχιτεκτονικό και πολεοδομικό λεξιλόγιο.
Προκειμένου να εφαρμοστούν τα νέα στρατηγήματα παραγωγής του αστικού χώρου, η ρήξη με το παρελθόν ήταν απαραίτητη. Η συνέχεια των κτιριακών μετώπων στις πλευρές των δρόμων και το νέο χωρικό αποτύπωμα ορισμένων λειτουργιών (π.χ. εμπορίου και παραγωγής, με τη μετάβαση από το σύνθετο ‘παζάρι’ στον ‘καθαρό’ εμπορικό δρόμο), όπως και η εισαγωγή νέων λεωφόρων, με τον εγγενή χαρακτήρα δραματικής προοπτικής και μακρινών θεάσεων, συμβάδιζαν με μια νέα αντίληψη λειτουργίας και αισθητικής της πόλης – ένα, αναμφίβολα, νεωτερικό στοιχείο (Εικόνα 5) (Karidis 2014: 244).
H ρήξη συνεπώς με το παρελθόν ήταν απαραίτητη. Και είναι βέβαιο ότι οι συντάκτες του πρώτου σχεδίου της Αθήνας δεν διέθεταν κάποιο ‘μαγικό ραβδί’ για να εφαρμόσουν την πρότασή τους. Στα πρώτα χρόνια ζωής της πρωτεύουσας του Ελληνικού κράτους ήταν αδύνατον στα μέλη μιας οικογένειας που ζούσαν σε ένα ‘παραδοσιακό’ σπίτι να αποδεχθούν τα νέα αυστηρά όρια δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας που εισάγονταν (γιατί;), να αντιληφθούν ότι δεν θα διαχειρίζονταν πλέον (γιατί;) τον χώρο μπροστά από την κατοικία τους σύμφωνα με τις δικές τους συνήθειες αλλά σύμφωνα με αποφάσεις που λαμβάνονταν (γιατί;) από ομάδα μορφωμένων δημόσιων λειτουργών (τους οποίους αγνοούσαν). Ο G.Finlay παρατηρούσε εύστοχα ότι οι ίδιοι οι κάτοικοι της Αθήνας αγνοήθηκαν στη διαδικασία επιλογής και εφαρμογής του σχεδίου (Finlay 1836: 95-96). Από την άλλη πάλι, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η κερδοσκοπία γης στα όρια της νέας πρωτεύουσας πόλης ήταν συχνό φαινόμενο. Το ίδιο ίσχυε για τις συγκρούσεις μεταξύ ιδιοκτητών γης, οι οποίοι θεωρούσαν ότι βλάπτονταν τα συμφέροντά τους από την εφαρμογή του νέου σχεδίου, και μιας Κυβέρνησης που ήταν ανίκανη να παράσχει αποζημιώσεις λόγω της κατακόρυφης αύξησης των αξιών γης (Morot 1873: 43-44).
Στα πλαίσια της προηγούμενης ανάλυσης θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι το επαναστατικό κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, το οποίο, κατά κανόνα, προσεγγίζεται με όρους πολιτικούς, πρέπει να εκληφθεί (και) ως κοινωνική και ψυχολογική αντίδραση της μικρής κοινότητας της Αθήνας σε μια δεκαετή περίοδο πιεστικών απαιτήσεων με τις οποίες αυτή η κοινότητα είχε έρθει αντιμέτωπη. Το επίσημο διάταγμα το οποίο διέτασσε την εφαρμογή του πρώτου σχεδίου της Αθήνας ήταν, οπωσδήποτε, μέρος εκείνων των πιεστικών απαιτήσεων (Εικόνα 6).
Το σχέδιο του K.Fr.Schinkel για τα Ανάκτορα επάνω στην Ακρόπολη αποδείχθηκε ότι ήταν μια προκλητική πρόταση, έτσι ώστε, σταδιακά, οποιαδήποτε αναφορά στις αρετές εκείνου του σχεδίου να επισκιαστεί από αντιφατικές συζητήσεις για τις προθέσεις σχεδιασμού (Kühn 1979: 511). Μια προσεκτική ανάγνωση των γραπτών του αρχιτέκτονα της Αυλής της Πρωσίας επιβεβαιώνει ότι το όλο εγχείρημα δεν είχε σε καμία περίπτωση τον χαρακτήρα υποψήφιας προς εφαρμογή υπόδειξης – ήταν μια οραματική πρόταση (όπως και η πρότασή του για τα Ανάκτορα Orianda στην Κριμαία, 1838), η οποία είχε συλληφθεί στα πλαίσια ανταλλαγής απόψεων με τον πρίγκιπα Μαξιμιλιανό της Βαυαρίας για το ιδεώδες της αρχιτεκτονικής έκφρασης και, ειδικότερα, για το μεγαλείο της Ελληνικής αρχιτεκτονικής (Bergdoll 1994: 217). Για τον ίδιο λόγο, είναι αβασάνιστα διατυπωμένη η άποψη ότι το ίδιο αυτό σχέδιο τεκμηριώνει, δήθεν, και το αδύνατον της συμμετοχής του Schinkel στο πρώτο σχέδιο της Αθήνας (με το υπονοούμενο επιχείρημα ότι στο σχέδιο της Αθήνας η θέση των Ανακτόρων είναι στην κάτω πόλη!). Αντίθετα, η συμμετοχή του δασκάλου των Κλεάνθη και Schaubert στην επεξεργασία του σχεδίου της Αθήνας ευρύτερα, έχει υπέρ αυτής ισχυρά ερείσματα [7]. Και αυτά τα ερείσματα θεμελιώνονται όχι στο πεδίο κάποιων υποτιθέμενων υποδείξεων προς τον Schaubert κατά την επίσκεψή του τελευταίου στον Schinkel, με βάση κάποια πρωτόλεια διατύπωση του σχεδίου της Αθήνας (το οποίο υποτίθεται ότι ο Schinkel ‘διόρθωσε’), αλλά, πιθανότατα, από τρεις καίριες, από τα αρχικά στάδια σχεδιασμού, προτάσεις-υποδείξεις του προς τους Κλεάνθη και Schaubert.
Η πρώτη αφορά στην αντιστικτική θέση των Ανακτόρων ως προς την Ακρόπολη: ο διάλογος ανάμεσα στην έδρα του Ηγεμόνα και τον δημόσιο χαρακτήρα ενός συμβόλου του πολιτισμού είχε ήδη θεμελιωθεί στο Lustgarten του Βερολίνου, λίγα χρόνια νωρίτερα, με το Altes Museum που κτίστηκε απέναντι από τα Ανάκτορα (Bergdoll 1994: 73-86) [8]. Στην επιλογή εκείνης της θέσης ο Schinkel είχε άμεση συμμετοχή. Στην Αθήνα, με την χρονική αντιστροφή στα κτίρια, πιθανότατα, προτάθηκε να εισαχθεί ο ίδιος διάλογος.
Η δεύτερη πρόταση αφορά στο εμπορικό συγκρότημα σχήματος ‘Π’, χωροθετημένο, στο σχέδιο της Αθήνας, κατά μήκος της οδού Αθηνάς. Το πρότυπο εδώ θα μπορούσε να είναι το Kaufhaus το οποίο ο Schinkel είχε προτείνει να κτιστεί στο Βερολίνο (Παπαγεωργίου-Βενετάς 2001: 75-76, Tsiomis 2017: 164). Εκείνη η πρόταση είχε γίνει το 1827, την εποχή που οι Κλεάνθης και Schaubert μαθήτευαν στην Bauakademie. Την πρόταση αυτή, μολονότι δεν την υπέδειξε άμεσα ο Schinkel, οπωσδήποτε οι δύο τελευταίοι την γνώριζαν, καθώς μέρος της εγκύκλιας εκπαίδευσης στην Σχολή αυτή της Ακαδημίας του Βερολίνου συνιστούσε η παρουσίαση του αρχιτεκτονικού έργου του Schinkel και των λοιπών καθηγητών.
Η τρίτη πρόταση αφορά στο trivium που σχηματίζουν οι ακτινικοί και άλλοι δρόμοι που εκπορεύονται από τα Ανάκτορα [9], η οποία σχολιάστηκε προηγουμένως.
Όπως γίνεται αντιληπτό, η πρώτη και η τελευταία των παραπάνω προτάσεων-υποδείξεων, συνιστούν το οιονεί DNA του πρώτου σχεδίου της Αθήνας! [10]
Αν και οι τρεις αυτές προτάσεις-υποδείξεις του Schinkel, που ενδεχομένως έγιναν, δεν έχουν ως τώρα γραπτά τεκμήρια να τις υποστηρίξουν, οι ίδιες δεν χάνουν την αξία τους ως υποθέσεις έρευνας με άλλου είδους ισχυρά ερείσματα
[1] Tο κτιριακό αυτό συγκρότημα είχε (αυτονόητα) καθαρά μετωπικό χαρακτήρα, ‘βλέποντας’ προς τη δυτική πλευρά της Ακρόπολης, αδιαφορώντας για την από βορρά θέασή του. Πρόχειρη ‘απόδειξη’ αυτού προσφέρει το σχέδιο του Leo von Klenze, του 1834, για την βορεινή όψη της Ακρόπολης.
[2] Κατά κανόνα απεικονιζόταν η δυτική πλευρά της Βιβλιοθήκης, με το Πρόπυλο και τα προσαρτημένα καταστήματα – διασημότερη από αυτές τις απεικονίσεις είναι εκείνη του Le Roy (Les ruines des plus beaux monuments de la Grèce, 1774).
[3] Οι διαστάσεις της κάτοψης της βιβλιοθήκης του Αδριανού είναι, περίπου, 76×115 μ..Η κάτοψη αυτή είναι ενδεικτική, όπως εκείνες που περιλάμβανε το Architektonisches Lehrbuch, του Fr.Weinbrenner (Tubingen, 1810-1819), ένα πρακτικό εγχειρίδιο της αρχιτεκτονικής, οπωσδήποτε σε γνώση των σπουδαστών της Bauakademie.
[4] Μία πηγή είναι εξαίρεση στον κανόνα, αν και ασαφής. Έγραφε ο Κ.Μπίρης: «Εκτρέπουν (;) από της καθέτου προς την οδόν Αθηνάς θέσεως την οδόν Ερμού δια να περισώσουν (;) την Καπνικαρέαν…» – τα ερωτηματικά δικά μας (Μπίρης 1966: 29-30). Σε άλλες περιπτώσεις βιβλιογραφικών αναφορών η εκκωφαντική σιωπή στο συγκεκριμένο ζήτημα πιθανόν να υπονοεί ότι αυτή η επιλογή ήταν αυτονόητη!
[5] Αυτό το ταξίδι περιλάμβανε την απαραίτητη, εκείνη την εποχή, επίσκεψη στη Ρώμη. Οι διαθέσιμες πηγές καταγράφουν αυτήν την επίσκεψη ‘αδιάφορα’ και με τη μέγιστη συντομία, ή, περιορίζονται στη γνωριμία (πολύ σημαντική, πράγματι) που έκαναν στη Ρώμη οι Κλεάνθης και Schaubert με τον Karl Wilhelm Freiherr von Heideck (Bastea 2000: 73, Παπαγεωργίου-Βενετάς 1999: 33). Η γνωριμία αυτή ήταν αντίστοιχη εκείνης που είχε κάνει ο K.Fr.Schinkel, δύο, περίπου δεκαετίες νωρίτερα, πάλι στην Ρώμη, με τον W.Humboldt. Μέσω του τελευταίου είχε διασφαλιστεί η ‘είσοδος’ του Schinkel στην Αυλή της Πρωσίας.
[6] Εκτός αν κάποιος τρίτος υπέδειξε στους δύο αρχιτέκτονες τη συγκεκριμένη λύση Trivium (βλ. συνέχεια στο κείμενο).
[7] Karidis, https://www.blod.gr/lectures/to-allo-shedio-tis-athinas-tou-1833
[8] Η τεράστια στοά με τις Ιωνικές κολώνες μπροστά από το Neues Museum και τα ανοικτά προς το εσωτερικό κεντρικά μέρη του κτιρίου συμβόλιζαν τον κοινωνικό χαρακτήρα της κουλτούρας, και όχι ένα ‘συμβατικού τύπου’ μουσειακό κέλυφος έργων τέχνης ( όπως η Γλυπτοθήκη του Μονάχου από τον Leo von Klenze, 1830, ή το Βρετανικό Μουσείο από τον Robert Smirke, 1827). Στο Βερολίνο, η αδιαπέραστη, αυστηρή όψη των Ανακτόρων συνιστούσε την τέλεια αντίστιξη. Στην Αθήνα, την οποία ο Schinkel ουδέποτε επισκέφθηκε, το σύμβολο του πολιτισμού και της Δημοκρατίας υπήρχε ήδη. Κατά τον Schinkel τι ποιο λογικό – έμενε να προστεθούν τα Ανάκτορα απέναντι από την Ακρόπολη.
[9] Το trivium σχολιάστηκε σε προηγούμενη παράγραφο.
[10] Ίσως αυτή η παρατήρηση εξηγεί την ‘διορατικότητα’ του Leo von Klenze, όταν κλήθηκε να αντικαταστήσει το αρχικό σχέδιο με νέο. Πράγματι, η αλλαγή της θέσης των Ανακτόρων ήταν η πιο καίρια επέμβαση-αναίρεση όλου του συμβολισμού που επέφερε στο σχέδιο του ανταγωνιστή του!
Καρύδης, Δ. (2019) Εναλλακτική προσέγγιση στο σχέδιο της Αθήνας του 1833, στο Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/άρθρο/εναλλακτική-προσέγγιση-στο-σχέδιο-τη/ , DOI: 10.17902/20971.89
Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) (2015) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/ , DOI: 10.17902/20971.9
Το καθεστώς της «4ης Αυγούστου» του Ι. Μεταξά, που κατέλαβε την εξουσία το 1936, είχε την αίσθηση ότι ένας γενικευμένος πόλεμος στην Ευρώπη αποτελούσε σοβαρό ενδεχόμενο. Παράλληλα, αντιλαμβανόταν ότι το πολεμικό αεροπλάνο θα ήταν το μέσο που θα κυριαρχούσε στα μελλοντικά πεδία των μαχών και ότι οι βομβαρδισμοί του αστικού ιστού (με υπολογίσιμες απώλειες σε αμάχους) ήταν κάτι το ιδιαίτερα πιθανό (Εθνική Ένωσις Αεροχημικής Προστασίας 1936).
Υπό αυτόν τον κίνδυνο, το καθεστώς Μεταξά προχώρησε στην εκπόνηση και υλοποίηση ενός εκτεταμένου προγράμματος Πολιτικής Προστασίας (Βλάσσης 2013). Κύρια συνιστώσα αυτού του προγράμματος, ήταν η κατασκευή όσο το δυνατόν περισσότερων υπόγειων αντιαεροπορικών καταφυγίων. Η φύση αλλά και το μέγεθος των καταφυγίων, διέφερε κατά περίπτωση: από απλές στοές μερικών μέτρων ή θαλάμους λίγων τετραγωνικών, μέχρι οργανωμένα καταφύγια εκατοντάδων τετραγωνικών μέτρων, με χώρους υγιεινής, δεξαμενές νερού, με πλήθος θαλάμων και βοηθητικούς χώρους (Κυρίμης 2017).
Η υποχρεωτική κατασκευή καταφυγίων θεσμοθετήθηκε με Αναγκαστικούς Νόμους (Πετράκη 2014) σε δημόσιους χώρους και νευραλγικές υποδομές (κυβερνητικά κτήρια, λιμάνια, σταθμούς, βιομηχανίες, διυλιστήρια και αλλού).
Παράλληλα, επιβλήθηκε η κατασκευή καταφυγίου, σε κάθε νεοανεγειρόμενη οικοδομή, τριών ορόφων και άνω (του ισογείου συμπεριλαμβανομένου). Ουσιαστικά, η υποβολή σχεδίου καταφυγίου στην Αεράμυνα και η έγκρισή του, αποτελούσε προϋπόθεση για την έκδοση οικοδομικής άδειας οποιουδήποτε κτηρίου (ΓΕΣ/ΔΙΣ Φάκελος 766/Β/11).
Παρά την παραπάνω δέσμη μέτρων, τα καταφύγια που κατασκευάστηκαν δεν επαρκούσαν για την προστασία του συνόλου των κατοίκων της Αττικής. Έτσι, πολλοί υφιστάμενοι χώροι (υπόγεια κτηρίων, μεταλλευτικές στοές, σπηλαιώματα, αρχαία λατομεία, κ.α.) ενισχύθηκαν δομικά και διασκευάστηκαν σε καταφύγια.
Σύμφωνα με τον Στρατάρχη Παπάγο, κατά την περίοδο 1936-40, κατασκευάστηκαν στην Αττική 400 δημόσια καταφύγια, ικανά να προστατεύσουν σχεδόν 40.000 άτομα (Παπάγος 1997). Παράλληλα, κατασκευάστηκαν τουλάχιστον 5.000 ιδιωτικά καταφύγια, προστατεύοντας αρκετές δεκάδες χιλιάδες πολιτών. Με μια μικρή δόση υπερβολής, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι την υπο εξέταση περίοδο, κατασκευάστηκε «μια πόλη κάτω από την πόλη».
Από κατασκευαστικής πλευράς, τα καταφύγια διέπονταν από ένα ιδιαίτερα αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο («Τεχνικαί Οδηγίαι δια την μελέτην…» 1941). Ο αρμόδιος κρατικός φορέας ήταν η Α.Δ.Α.Α. (Ανωτάτη Διοίκηση Αντιαεροπορικής Αμύνης) η οποία στελεχωνόταν τόσο από στρατιωτικό (κατά κύριο λόγο αξιωματικούς του Μηχανικού) όσο και από πολιτικό προσωπικό (καθηγητές του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και Πολιτικούς Μηχανικούς). Οι κανονισμοί (και οι συχνές αναθεωρήσεις τους) αφορούσαν όλες τις πτυχές ενός καταφυγίου: το πάχος των τοιχωμάτων, τα δομικά υλικά, τις διαστάσεις, τη φύση των επιμέρους χώρων, τη διαρρύθμιση, κ.ά.
Κάθε καταφύγιο έπρεπε υποχρεωτικά να διαθέτει έξοδο κινδύνου σε εκ διαμέτρου αντίθετη πλευρά από την κύρια είσοδο. Μέσω της εξόδου κινδύνου –και συνήθως ανοίγοντας μια μεταλλική καταπακτή στην οροφή– ήταν δυνατή η ασφαλής διαφυγή προς τον πλησιέστερο εξωτερικό χώρο.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό των καταφυγίων της εποχής ήταν οι βαριές θωρακισμένες πόρτες, οι οποίες σφράγιζαν το καταφύγιο αεροστεγώς και υδατοστεγώς. Όπως για το ίδιο το καταφύγιο, έτσι και για τις πόρτες του, υπήρχε ένα αυστηρό πλαίσιο προδιαγραφών (διαστάσεις θυρών, πυκνότητες μετάλλων, κ.ά.). Αυτό το πλαίσιο οριζόταν από την Επιτροπή Ελέγχου Διαφραγμάτων Καταφυγίων (ΕΕΔΚ) και αποτελούσε ουσιαστικά απόδοση στα ελληνικά των αντίστοιχων γερμανικών προδιαγραφών.
To πρόβλημα με την αυστηρότητα των προδιαγραφών αυτών ήταν ότι μέχρι το 1938 δεν υπήρχε στην Ελλάδα κάποια βιομηχανία ή βιοτεχνία ικανή να παράξει θωρακισμένες πόρτες τόσο υψηλών προδιαγραφών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εισαγωγή θυρών από τη Γερμανία. Η πρακτική αυτή, οδήγησε στο ιστορικό οξύμωρο η χώρα που προμήθευε την Ελλάδα με μέσα προστασίας, να της επιτεθεί λίγα χρόνια αργότερα.
Μέσα σε ένα καταφύγιο, κάθε άτομο προβλεπόταν να διαθέτει εμβαδόν 0,8 τετραγωνικών μέτρων και όγκο 3 κυβικών μέτρων. Αυτός ο χώρος/όγκος επέτρεπε τη διαμονή στο καταφύγιο για 3 ώρες, υπό την προϋπόθεση πλήρους ακινησίας. Σε περίπτωση που σε ένα καταφύγιο χρειαζόταν η εκτέλεση εργασίας, ή ο χώρος δεν επαρκούσε για όλους, ήταν επιτακτική η ύπαρξη εγκατάστασης μηχανικού εξαερισμού.
Η είσοδος σε ένα καταφύγιο ήταν σύνθετη διαδικασία: όλοι έμπαιναν αρχικά στον προθάλαμο (στον «αεριοφράκτη» , όπως αποκαλείτο επισήμως). Από εκεί, οι υγιείς μπορούσαν να περάσουν απευθείας σε έναν από τους κεντρικούς θαλάμους. Αντιθέτως, οι «αεριόπληκτοι» (δηλαδή όσοι είχαν τυχόν προσβληθεί από χημικά αέρια) έπρεπε πρώτα να περάσουν από ειδικό θάλαμο απολύμανσης πριν τους επιτραπεί η είσοδος στα ενδότερα του καταφυγίου.
Το ισχυρότερο καταφύγιο σε όλη την Αθήνα ήταν αυτό του «Μεγάρου Μετοχικού Ταμείου Στρατού» (όπου τώρα στεγάζεται το πολυκατάστημα Attica). Ενώ οι υφιστάμενες προδιαγραφές όριζαν τα 30 εκατοστά οπλισμένου σκυροδέματος, ως ικανοποιητικό πάχος για τα τοιχώματα, το καταφύγιο του ΜΤΣ είχε τοιχώματα πάχους 1 μέτρου. Αυτό δεν διέφυγε της προσοχής των στρατιωτικών υπηρεσιών, οι οποίες επέταξαν μέρος του καταφυγίου, προκειμένου να στεγάσουν κρίσιμες υπηρεσίες τηλεπικοινωνίας.
Ένα άλλο εμβληματικό καταφύγιο της περιόδου ήταν αυτό που βρισκόταν στον λόφο του Αρδηττού. Το ωφέλιμο εμβαδόν του ήταν περίπου 500 τετραγωνικά μέτρα και διέθετε τον μεγαλύτερο κεντρικό θάλαμο σε όλη την Αττική (5 Χ 35 μέτρα, με ύψος 5 μέτρα). Μπορούσε να στεγάσει περί τα 1.300 άτομα.
Με το ημερολόγιο να πλησιάζει το 1940, οι πολεμικές προετοιμασίες εξαντλούσαν τις πρώτες ύλες και ειδικά το σίδερο. Ως αποτέλεσμα αυτών των ελλείψεων, πολλά καταφύγια ενισχύθηκαν δομικά με διάφορες «ευρεσιτεχνίες». Χαρακτηριστικό παράδειγμα, τα καταφύγια σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, τα οποία ενισχύθηκαν με παλιές ράγες από σιδηροτροχιές.
Όμως, καμία υποδομή δεν επαρκεί δίχως την εντατική εκπαίδευση εκείνων που θα τη χρησιμοποιήσουν. Το καθεστώς Μεταξά έλαβε μέτρα για τη διαφώτιση και την εκπαίδευση του αστικού πληθυσμού σε θέματα αεράμυνας (Αντωνόπουλος 1940). Σημαίνοντα έπαιξε η ΕΟΝ (Εθνική Οργάνωση Νεολαίας), με τα μέλη της να λαμβάνουν τακτικά σχετική εκπαίδευση (Μάνθος 1941) και να στελεχώνουν τις δομές αεράμυνες (ομάδες πυρόσβεσης, αποκομιδής ερειπίων, μεταφοράς τραυματιών, κλπ). Επίσης, αναλάμβαναν να μοιράζουν ενημερωτικό υλικό επί θεμάτων αεράμυνας στον ευρύτερο πληθυσμό.
Παράλληλα, θεσμοθετήθηκε η ιδέα της «Κοινότητας Αεράμυνας» (Αγγελέας 1940) η οποία απαρτιζόταν από όλα τα άτομα τα οποία θα κατέφευγαν σε ένα συγκεκριμένο καταφύγιο σε περίπτωση ανάγκης. Συνεπώς, μια «Κοινότητα Αεράμυνας» μπορούσε να ταυτίζεται με μια οικογένεια (περίπτωση ιδιωτικού καταφυγίου), με τους ενοίκους μιας πολυκατοικίας (καταφύγιο πολυκατοικίας), με τους διαμένοντες σε μια γειτονιά (δημόσιο καταφύγιο) ή με το σύνολο των εργαζομένων σε έναν χώρο (καταφύγιο σε εργοστάσιο). Ο αρχηγός κάθε κοινότητας αεράμυνας, καλείτο «οικοφύλαξ». Οι οικοφύλακες έπρεπε να διαθέτουν μια σειρά από αρετές όπως θάρρος, καλή φυσική κατάσταση, μόρφωση, ψυχραιμία και κύρος. Για την επικύρωση του τίτλου του οικοφύλακα, ήταν υποχρεωτική η φοίτηση σε ειδικό κρατικό «σχολείο οικοφυλάκων» διάρκειας 1-4 εβδομάδων (ανάλογα με το μέγεθος της εκάστοτε Κοινότητας Αεράμυνας). Κατά την ειρηνική περίοδο, ο οικοφύλακας φρόντιζε να μεταλαμπαδεύει τις γνώσεις του στα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας και να διατηρεί το καταφύγιο σε καλή κατάσταση. Σε περίπτωση ασκήσεων ή πολέμου, φρόντιζε για το άνοιγμα του καταφυγίου, την προστασία της κοινότητας και την τήρηση των προβλεπόμενων κανονισμών. Ο οικοφύλακας αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ της Κοινότητας Αεράμυνας και της επίσημης κρατικής Αεράμυνας. Σε κάθε Κοινότητα Αεράμυνας υπήρχε τουλάχιστον ένας αναπληρωτής οικοφύλακας. Επίσης, για τον συγκεκριμένο ρόλο επιλέγονταν αυστηρά άνδρες μη-στρατεύσιμης ηλικίας (17-19 ή 45 και άνω) ώστε ακόμα και σε περίπτωση γενικής επιστράτευσης, η κοινότητα να μη στερηθεί τον φυσικό της «αρχηγό». Ο οικοφύλακας συνεπικουρείτο στα καθήκοντά του από τον «οικοπυροσβέστη» και την «οικονοσοκόμα», αμφότεροι με διακριτά καθήκοντα (Γαλανάκης 1940).
Στις μέρες μας, όλη αυτή η «στρατικοποίηση» του απλού πληθυσμού φαντάζει ίσως τρομακτική. Το ενδεχόμενο τακτικών ασκήσεων μέσα σε υπόγειους χώρους και σκοτεινές στοές σίγουρα δημιουργεί ανησυχία. Εντούτοις, για τους Αθηναίους της εποχής εκείνης, τα καταφύγια ήταν μέρος της καθημερινότητάς τους («Οικογενειακή Αεράμυνα (οδηγίαι δια τους κατοίκους)» 1938). Στάθηκαν δε ευκαιρία για κοινωνική ζύμωση: άνθρωποι που μέχρι πρότινος δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους, καλούνταν να συνεργαστούν στο πλαίσιο μιας άσκησης αεράμυνας, ή να επιβιώσουν από κοινού σε έναν υπόγειο χώρο, υπό συνθήκες αεροπορικού βομβαρδισμού. Η εξοικείωση των Αθηναίων με τα καταφύγια, ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ο Κώστας Βάρναλης (1941) τους αποκαλούσε «καταφυγιώτες» και έγραφε χαρακτηριστικά : «Τα καταφύγια –όσο κι αν είναι υπόγεια σκοτεινά και πολλές φορές υγρά– αποτελούν «τόπον αναψυχής»! Μέσα εκεί θα βρει κανείς, πολλούς αγνώστους, αλλά και γνωστούς. Mπαίνουν ήσυχα-ήσυχα σαν στο σπίτι τους και κάθονται. Οι περισσότεροι βγάζουν την εφημερίδα τους και βυθίζονται στο διάβασμά της, για να περνά η ώρα. Μερικές κυρίες ή κορίτσια, βγάζουν από την σάκα τους μια φανέλα και πλέκουν ή διαβάζουν κανένα μυθιστόρημα. Κι όταν η σειρήνα βαρέσει διάλυση, κανένας δε βιάζεται να βγει έξω. Αργοκίνητο ποτάμι ο κόσμος όλων των ηλικιών, προχωρούνε προς την έξοδο αργά κι επίσημα, σαν άνθρωποι που βγαίνουν από το σπίτι τους. Γιατί όλοι οι “καταφυγιώτες” έχουνε το συναίσθημα πως το καταφύγιο είναι σπίτι τους».
Με την έναρξη της Κατοχής, πολλά καταφύγια επιτάχθηκαν από τους Γερμανούς και χρησιμοποιήθηκαν ως κρατητήρια. Χώροι που προορίζονταν για τη σωτηρία των Ελλήνων, κατέληξαν κολαστήριά τους. Τα κτήρια επί των οδών Κοραή 4 και Ζαλοκώστα 7, είναι χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Η Κατοχή δεν σηματοδότησε όμως το τέλος της χρήσης των καταφυγίων. Αυτοί οι χώροι έμελε να προστατεύσουν ξανά τους πολίτες της Αττικής. Στον βομβαρδισμό του Πειραιά (11/1/1944) από τη Συμμαχική αεροπορία, οι πολίτες κατέφυγαν και πάλι στα καταφύγια (που είχαν εγκαταλείψει από το 1941) για να σωθούν. Τέλος, λίγο πριν το 1945 τα καταφύγια προστάτευσαν τους Αθηναίους για τελευταία φορά. Το ξέσπασμα των «Δεκεμβριανών» το 1944 ανάγκασε πολλούς Αθηναίους να ζητήσουν προστασία στους γνώριμους χώρους των καταφυγίων.
Μετά τη λήξη του Β’ ΠΠ, η χρησιμότητα των καταφυγίων μειώθηκε αισθητά και λίγες δεκαετίες αργότερα μηδενίστηκε, δεδομένου ότι οι εξελίξεις στην πολεμική βιομηχανία τα είχε καταστήσει παρωχημένα ως μέσα προστασίας. Στη δίνη όλων αυτών των εξελίξεων τα περισσότερα καταφύγια μπαζώθηκαν, έγιναν αποθήκες ή εξαφανίστηκαν κάτω από τη μεταγενέστερη δόμηση. Στις μέρες μας, όσα έχουν απομείνει βρίσκονται κυριολεκτικά κάτω από τα πόδια μας. Αμέριμνοι περνάμε από πάνω τους βιαστικά αγνοώντας την ύπαρξή τους, αλλά και την ιστορία που τα περιβάλει. Κρύβουν το ιστορικό τους αποτύπωμα διακριτικά και φανερώνουν τα σημάδια ύπαρξής τους μόνο στους «μυημένους» παρατηρητές.
Παρά τη σταδιακή εξαφάνισή τους, τα καταφύγια κατάφεραν να αποτυπωθούν στο συλλογικό υποσυνείδητο των Αθηναίων (ακόμα και αυτών που ουδέποτε τα είχαν επισκεφτεί). Όντας χώροι ξεχασμένοι, υπόγειοι, σκοτεινοί και ενίοτε δαιδαλώδεις, ερέθιζαν τη φαντασία με αποτέλεσμα να τροφοδοτήσουν πολλούς Αστικούς Μύθους. Οι ιστορίες ότι κάποιος εισήλθε σε ένα παλαιό υπόγειο καταφύγιο και –διασχίζοντας δαιδαλώδεις στοές– εξήλθε σε κάποιοι άλλο σημείο της Αθήνας, ήταν αρκετά διαδεδομένες. Σύμφωνα με την κοσμοθεωρία των οπαδών της λεγόμενης «Μυστικής Υπόγειας Αττικής», πολλά καταφύγια επικοινωνούσαν μεταξύ τους, αλλά και με τη Βουλή, τον Εθνικό Κήπο, τη σπηλιά της Πεντέλης και με άλλα σημεία. Εντούτοις, η επιτόπια ιστορική έρευνα απέδειξε ότι όλα αυτά ήταν απλώς μυθεύματα (Κυρίμης 2015). Τα καταφύγια είχαν πεπερασμένες διαστάσεις και δεν επικοινωνούσαν ούτε μεταξύ τους, ούτε με οποιαδήποτε άλλη τοποθεσία. Χωρίς όμως αυτό να αφαιρεί την «αύρα μυστηρίου» που –δικαιολογημένα, ως ένα βαθμό– ασκούσαν αυτοί οι χώροι.
Η χρηστική απαξίωση των καταφυγίων δεν συνεπάγεται και την ταυτόχρονη ιστορική απαξίωσή τους. Σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις αυτοί οι χώροι έχουν ανακαινιστεί και έχουν καταστεί επισκέψιμοι. Η Αθήνα, πόλη με εκατοντάδες καταφύγια, απέχει από τέτοιες πρωτοβουλίες. Θα ήταν πολύ θετικό στο άμεσο μέλλον να συντηρηθεί έστω ένα εξ αυτών και να μετατραπεί σε «όχημα» που θα «ταξιδεύει» τους επισκέπτες σε ταραγμένες (αλλά συνάμα ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες) εποχές, οι οποίες αποτέλεσαν σημαντικό κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας.
Όλες οι φωτογραφίες του παρόντος άρθρου είναι πρωτότυπες, αποτέλεσμα προσωπικής πρωτογενούς επιτόπιας έρευνας. Πολλές από αυτές τραβήχτηκαν από τους φίλους και συνεργάτες Γιάννη Αρσενιάδη και Μάριο Μιχαήλο, τους οποίους και ευχαριστώ θερμά για τη βοήθειά τους.
Κυρίμης, Κ. (2019) Τα καταφύγια της Αθήνας 1936-40, στο Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/άρθρο/τα-καταφύγια-της-αθήνας-1936-40/ , DOI: 10.17902/20971.90
Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) (2015) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/ , DOI: 10.17902/20971.9
Στόχος αυτού του λήμματος είναι να χαρτογραφήσει τις βασικότερες υπηρεσίες στεγαστικής και κοινωνικής υποστήριξης των αστέγων στην Αθήνα. Η πρωτεύουσα της χώρας φαίνεται να επωμίζεται το κύριο βάρος αυτού του κοινωνικού προβλήματος (Δημουλάς, κ.α. 2018: 5). Επιγραμματικά, στη διεθνή βιβλιογραφία θα μπορούσαν να διακριθούν τέσσερις διαφορετικές μορφές στεγαστικής υποστήριξης που εστιάζουν σε διαφορετικά χρονικά σημεία εμφάνισης του φαινομένου της αστεγίας. Πρόκειται για τις υπηρεσίες πρόληψης της έλλειψης στέγης, τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, τις υπηρεσίες μεταβατικής φιλοξενίας και τις υπηρεσίες στεγαστικής και κοινωνικής ένταξης (Kourachanis, 2015: 114). Οι κοινωνικές πολιτικές για τους άστεγους στην Ελλάδα διαχρονικά χαρακτηρίστηκαν από υπολειμματικότητα, αποσπασματικότητα, ασυνέχεια, απουσία κεντρικά ελεγχόμενου συντονισμού, καθώς και από κυριαρχία ενός διαχειριστικού πνεύματος φιλανθρωπίας (Arapoglou, 2004). Οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης κυριαρχούσαν ως μορφή κοινωνικής υποστήριξης σ’ αυτό το κοινωνικά ανεπαρκές πλαίσιο (Κουραχάνης, 2017).
Κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης μια σειρά δυσμενών εξελίξεων [βλ. Arapoglou and Gounis, (2017), Κουραχάνης, (2017)], προσφέρουν ισχυρές υποψίες ότι τα σημερινά δεδομένα του προβλήματος επιδεινώνονται σημαντικά [1]. Κάτι που αντανακλάται πρωτίστως στην περίπτωση της Αθήνας (Arapoglou and Gounis, 2015). Η κατάσταση αυτή καθιστά, πλέον, επιτακτική την ανάληψη διευρυμένων δράσεων για την αντιμετώπιση τους.
Σε αντίθεση με αυτή την αναγκαιότητα, η επιδείνωση των κοινωνικών προβλημάτων την τελευταία οκταετία συμπορεύεται με εκτεταμένες περικοπές στο σύστημα κοινωνικής προστασίας, εξαιτίας των πολιτικών λιτότητας. Αποτέλεσμα αυτής της συνθήκης είναι μια εγγενής αντίφαση: τη στιγμή που υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για αύξηση των αστέγων, οι κοινωνικές πολιτικές αποδυναμώνονται ή στρατολογούνται προς έναν προσανατολισμό αποκλειστικής διαχείρισης των δημόσια ορατών φαινομένων (Κουραχάνης, 2017).
Πιο συγκεκριμένα, το προ κρίσης ισχνό πλαίσιο προληπτικών πολιτικών έγινε ασθενέστερο. Επίσης, οι πολιτικές μεταβατικής φιλοξενίας χαρακτηρίζονται από ένα απαρχαιωμένο και ποσοτικά ανεπαρκές σύνολο κοινωνικών ξενώνων. Σύνολο, το οποίο δεν συνδέεται αποτελεσματικά με άλλες κοινωνικές υπηρεσίες. Συγκροτημένο φάσμα πολιτικών κοινωνικής ένταξης εξακολουθεί να μην υπάρχει. Αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο που ευρύτερα οι πολιτικές κοινωνικής ένταξης απορρυθμίζονται. Μοναδικό σημείο που παρατηρείται μια ορισμένη κινητικότητα είναι εκείνο της επείγουσας διαχείρισης του προβλήματος. Πρόκειται για τις αποκαλούμενες «υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης». Η κρίση λοιπόν παγιώνει ένα υπολειμματικό μοντέλο κοινωνικής παρέμβασης με επίκεντρο τη διαχείριση της έκτακτης ανάγκης. Αυτό, στη συνήθη μορφή του, εκπληρώνεται με χρηματοδότηση από ευρωπαϊκούς πόρους ή την ιδιωτική πρωτοβουλία και με όχημα υλοποίησης την κοινωνία των πολιτών. Η κεντρική κυβέρνηση αρκείται στο συντονισμό ή την εποπτεία αυτών των δράσεων (Κουραχάνης, 2018).
Το κέντρο βάρους των παραπάνω κοινωνικών υπηρεσιών συγκεντρώνεται στην πρωτεύουσα της χώρας μας. Η πόλη της Αθήνας περιλαμβάνει το μεγαλύτερο φάσμα των δομών στεγαστικής υποστήριξης. Παρακάτω, αναφέρονται τα βασικότερα χαρακτηριστικά των κοινωνικών πολιτικών για τους άστεγους την περίοδο της οικονομικής κρίσης και πως αυτά ενσαρκώνονται στις δράσεις που εκτυλίσσονται στην πόλη της Αθήνας. Ένας συγκεντρωτικός πίνακας ταξινομημένος αναλόγως των κοινωνικών υπηρεσιών που προσφέρονται για τους άστεγους στην Αθήνα παρατίθεται στο τέλος του κειμένου.
Οι πολιτικές πρόληψης του προβλήματος αναφέρονται σε παρεμβάσεις που αποσκοπούν στην αποτροπή της απώλειας στέγης. Τέτοιου είδους μέτρα μπορεί να είναι στεγαστικά επιδόματα ή προγράμματα για την καταπολέμηση της ενεργειακής πενίας (επιδότηση λογαριασμών ρεύματος και θέρμανσης). Στην κατηγορία αυτή συμπεριλαμβάνονται επίσης υπηρεσίες κοινωνικής υποστήριξης και ενδυνάμωσης όσων βιώνουν στεγαστική επισφάλεια σε συνδυασμό με την παραμονή τους στην κατοικία. Ακόμη, σε αυτό το στάδιο συγκαταλέγονται υπηρεσίες διαμεσολάβησης για την αποτροπή των εξώσεων ή η ύπαρξη ενός πλαισίου θεσμικής προστασίας της πρώτης κατοικίας από τους πλειστηριασμούς ακινήτων.
Στην Ελλάδα, οι πολιτικές πρόληψης της απώλειας στέγης δεν φαίνεται να προσφέρουν ένα πλαίσιο κοινωνικής προστασίας ανάλογο του σημερινού μεγέθους του προβλήματος. Εξαίρεση σε αυτό το ισχνό τοπίο πολιτικών πρόληψης αποτέλεσε το πρόγραμμα ‘Στέγαση και Επανένταξη’(βλ. σχετικά Kourachanis, 2017, Δημουλάς, κ.α. 2017). Στους ωφελούμενους αυτού του προγράμματος συμπεριλήφθηκαν και τα υπό έξωση νοικοκυριά.
Σε αντίθεση με αυτό, η κυρίαρχη τάση στα χρόνια της κρίσης είναι φορείς προστασίας και προαγωγής της εργατικής κατοικίας να καταργούνται. Επίσης, τα όποια νομοθετικά εγχειρήματα αποσκοπούσαν στην προστασία της στέγης αυστηροποιούνται. Η κατάργηση του ΟΕΚ (Ν. 4046/2012), για τη μείωση των βαρών οικονομικού χαρακτήρα των εργοδοτών, είναι βέβαιο πως συρρικνώνει και τις προοπτικές διατήρησης αξιοπρεπών συνθηκών στεγαστικής διαβίωσης των χαμηλότερων κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων. Επιπρόσθετα, η μοναδική πρωτοβουλία προστασίας ιδιοκτητών ακινήτων θα μπορούσε να θεωρηθεί ο Ν. 3869/2010, γνωστός και ως «Νόμος Κατσέλη». Η πρόσφατη αναθεώρηση του πλαισίου εφαρμογής του «Νόμου Κατσέλη» είναι πιθανό να έχει αντίκτυπο στα φαινόμενα έλλειψης στέγης.
Στην Αθήνα, τα εγχειρήματα πολιτικών πρόληψης της έλλειψης στέγης είναι λιγοστά. Μερικά από τα κυριότερα είναι το Πρόγραμμα Κοινωνικής Κατοικίας του Δήμου Αθηναίων και το Πρόγραμμα «Συν στο Πλην» της ΜΚΟ Praksis. Το Πρόγραμμα Κοινωνικής Κατοικίας του Δήμου Αθηναίων, με την υποστήριξη του ιδρύματος Χατζηκώστα, προφέρει υπηρεσίες στέγασης σε κατοίκους της Αθήνας που αντιμετωπίζουν προβλήματα στέγασης. Στόχος του προγράμματος είναι η φιλοξενία σε κατάλληλα διαμερίσματα οικογενειών με παιδιά, ηλικιωμένων, εγκύων και γενικότερα ατόμων που είναι άστεγα ή κινδυνεύουν άμεσα να μείνουν άστεγα. Το «Συν στο Πλην», με την υποστήριξη του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, εστιάζει στην παροχή οικονομικής και συμβουλευτικής υποστήριξης σε άτομα και οικογένειες που πλήττονται ή κινδυνεύουν από απώλεια στέγης. Άμεσος στόχος του προγράμματος είναι η διατήρηση της οικονομικής και στεγαστικής αυτονομίας της κάθε οικογένειας.
Οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης απευθύνονται σε ανθρώπους που αδυνατούν να καλύψουν τις άμεσες βιοτικές και στεγαστικές τους ανάγκες. Γι’ αυτό στις υπηρεσίες αυτές απαιτούνται άμεσα διοικητικά αντανακλαστικά, καθώς και ένα καλό δίκτυο συντονισμού και συμπληρωματικότητας μεταξύ των φορέων υλοποίησης. Οι πολιτικές λιτότητας που εφαρμόζονται τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη ευνοούν την ανάπτυξη υπηρεσιών με αυτά τα χαρακτηριστικά.
Τέτοιου είδους δράσεις μπορεί να είναι παραδοσιακές μορφές προστασίας, όπως τα υπνωτήρια. Επίσης στη σύγχρονη πραγματικότητα παρατηρείται η ανάπτυξη των κέντρων ημέρας αστέγων. Τα κέντρα αυτά αποτελούν για τους άστεγους ένα σημαντικό σημείο πρόσβασης σε παροχές σε είδος όπως τρόφιμα, ένδυση, φάρμακα, είδη ατομικής υγιεινής, κουβέρτες, κ.α. Τέλος, σε αυτές τις υπηρεσίες συμπεριλαμβάνονται και παραδοσιακές πρακτικές θρησκευτικών και φιλανθρωπικών φορέων για τους απόρους, όπως τα κοινωνικά συσσίτια.
Στην Ελλάδα, η μεγαλύτερη κινητικότητα για την υποστήριξη των αστέγων στα χρόνια της κρίσης παρατηρείται στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης. Οι υπηρεσίες αυτές πρωτίστως απευθύνονται στον πληθυσμό αστέγων που έχει απωλέσει την κατοικία τους. Επικεντρώνονται, δηλαδή, στην αντιμετώπιση των πιο ακραίων και δημόσια ορατών φαινομένων έλλειψης στέγης (π.χ. άστεγοι που ζουν στο δρόμο). Γίνεται αντιληπτό ότι οι υπηρεσίες αυτές αποσκοπούν στην κάλυψη των βασικότερων ανθρωπίνων αναγκών. Η εκπλήρωση τέτοιου είδους παροχών συντελείται κυρίως από την Κοινωνία των Πολιτών. Οι οικονομικοί πόροι των δράσεων προέρχονται από κοινοτικά κονδύλια, από εθελοντική συνεισφορά πολιτών ή φιλανθρωπικών ιδρυμάτων ή από χορηγίες ιδιωτικών επιχειρήσεων. Ακόμη και σε περιπτώσεις που ο σχεδιασμός ή η οργάνωση τέτοιου είδους δομών επαφίεται στους Δήμους, η υλοποίηση των πολιτικών ανατίθεται συνήθως σε ΜΚΟ.
Στην Αθήνα, χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιου είδους υλοποιούμενων παρεμβάσεων είναι το ΚΥΑΔΑ, το Υπνωτήριο, καθώς και το Ανοικτό Κέντρο Ημερήσιας Υποδοχής Αστέγων (ΑΚΗΑ) του Δήμου Αθηναίων. Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα του, το ΚΥΑΔΑ ξεκίνησε τη λειτουργία του το 2005 με την ονομασία Ανοικτό Κέντρο Υποδοχής Αστέγων Δήμου Αθηναίων. Βασική του αποστολή του ήταν η παροχή φροντίδας στον άστεγο πληθυσμό της πόλης μέσω της διανομής κοινωνικών συσσιτίων και της δυνατότητας ένταξής τους σε προγράμματα φιλοξενίας. Το 2010 μετονομάστηκε σε Κέντρο Υποδοχής και Αλληλεγγύης Δήμου Αθηναίων. Το ΚΥΑΔΑ έχει πάνω από 9.000 ωφελούμενους, αριθμός που αντιστοιχεί σε περίπου 25.000 ωφελούμενα άτομα εκ των οποίων, περίπου τα μισά είναι οικογένειες με παιδιά.
Το υπνωτήριο αστέγων του Δήμου Αθηναίων υλοποιείται σε συνεργασία με τη ΜΚΟ Γιατροί του Κόσμου. Πρόκειται για μια δομή άμεσης φιλοξενίας που λειτουργεί μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας και καλύπτει επείγουσες στεγαστικές ανάγκες όσων ζουν στον δρόμο. Ειδικότερα, παρέχει υπηρεσίες διανυκτέρευσης, ατομικής φροντίδας και υγιεινής, ψυχοκοινωνικής στήριξης και διασύνδεσης με υπηρεσίες στέγασης, σίτισης, ψυχολογικής υποστήριξης, νομικής συνδρομής, συμβουλευτικής, υγείας, πρόνοιας και κοινωνικής επανένταξης. Τέλος, το ΑΚΗΑ του Δήμου Αθηναίων υλοποιείται σε συνεργασία με τη ΜΚΟ Praksis. Προσφέρει υπηρεσίες ψυχοκοινωνικής στήριξης, πρωτοβάθμιας υγειονομικής φροντίδας, ατομικής φροντίδας και υγιεινής καθώς και διασύνδεσης των ωφελουμένων με υπηρεσίες στέγασης, σίτισης, ψυχολογικής υποστήριξης, νομικής συνδρομής, συμβουλευτικής, κ.α.
Οι δομές και οι υπηρεσίες μεταβατικής φιλοξενίας διαφοροποιούνται από αυτές της έκτακτης ανάγκης, καθώς προσανατολίζονται προς τη στεγαστική επανένταξη του αστέγου. Μορφές μεταβατικής φιλοξενίας μπορεί να είναι κοινωνικοί ξενώνες ή κοινωνικά διαμερίσματα με επιδότηση ενοικίου, λογαριασμών νερού, θέρμανσης ή ρεύματος. Παράλληλα, θεωρείται αναγκαία μια εξατομικευμένη προσέγγιση των κοινωνικών υπηρεσιών για την επίλυση των ιδιαίτερων προβλημάτων που αντιμετωπίζει κάθε άστεγος. Για την εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού, επιχειρούνται μια σειρά από παρεμβάσεις με στόχο τη διασφάλιση της επιτυχούς αυτόνομης διαβίωσης. Τέτοιου είδους υπηρεσίες είναι εκείνες που υποστηρίζουν την αντιμετώπιση προβλημάτων ψυχικής υγείας και εξαρτήσεων, την ανάπτυξη δεξιοτήτων διαχείρισης του νοικοκυριού, των προϋπολογισμών και την αντιμετώπιση πιθανών οικονομικών χρεών. Ενδεχομένως, επίσης, εδώ συμπεριλαμβάνονται παρεμβάσεις που επιδιώκουν την σύνδεση αυτών των υπηρεσιών με πολιτικές κατάρτισης και απασχόλησης.
Στην Ελλάδα, οι δομές μεταβατικής φιλοξενίας μπορούν να θεωρηθούν ποσοτικά και ποιοτικά ανεπαρκείς. Γεγονός που προκύπτει από πρόσφατες έρευνες (Κουραχάνης, 2017). Πρόκειται, κατά κύριο λόγο, για ένα απαρχαιωμένο πλέγμα κοινωνικών ξενώνων. Οι δομές αυτές στερούνται οποιασδήποτε ενταξιακής φιλοσοφίας, καθώς δεν συνδέουν την φιλοξενία που προσφέρουν με δράσεις κοινωνικής ένταξης. Είναι, δηλαδή, αποκομμένες από ένα ευρύτερο δίκτυο κοινωνικών υπηρεσιών, όπως τα προγράμματα απασχόλησης, τα οποία θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις πιθανότητες κοινωνικής ένταξης. Η λειτουργία των Ξενώνων, δίχως την ύπαρξη ευρύτερων πολιτικών ένταξης πρέπει να θεωρείται μια δράση κοινωνικά αδιέξοδη (Kourachanis 2015).
Στην Αθήνα λειτουργούν οι περισσότεροι κοινωνικοί ξενώνες της χώρας. Δύο από τους πιο γνωστούς κοινωνικούς ξενώνες της Αθήνας είναι ο Κοινωνικός Ξενώνας Αστέγων του Ερυθρού Σταυρού και ο Ξενώνας του Καρέα που εποπτεύεται από το ΕΚΚΑ. Ο ξενώνας του Ερυθρού Σταυρού προσφέρει υπηρεσίες στέγασης και φιλοξενίας, σίτισης, ψυχοκοινωνικής στήριξης κυρίως σε οικογένειες. Ο ξενώνας του Καρέα προσφέρει στέγη και διατροφή σε αστέγους, άτομα με διαταραγμένες ενδοοικογενειακές σχέσεις, ηλικιωμένους και άλλες ευάλωτες κοινωνικά ομάδες.
Οι υπηρεσίες στεγαστικής ένταξης, δεν πρέπει να εξαντλούνται σε ένα μονοδιάστατο πλέγμα πολιτικών με αυτοσκοπό την επιστροφή στην κατοικία. Αντίθετα, σε αυτό το στάδιο απαιτείται προσπάθεια για την επίλυση των περισσότερων αιτίων που οδήγησαν στην απώλεια στέγης. Ένα εγχείρημα ουσιαστικής ένταξης προϋποθέτει παρεμβάσεις με ευρύτερες προεκτάσεις που να εξασφαλίζουν την πρόσβαση του αστέγου σε παροχές σε είδος και χρήμα. Τέτοιου είδους πολιτικές θα μπορούσαν να είναι η προσφορά υποστηριζόμενης απασχόλησης, η προσφορά υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, η διαμεσολάβηση των κοινωνικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των ιδιαίτερων κοινωνικών προβλημάτων του αστέγου, οι δράσεις εκπαίδευσης και κατάρτισης με στόχο την ενίσχυση των επαγγελματικών του δεξιοτήτων.
Στην Ελλάδα τα εγχειρήματα κοινωνικής ένταξης αστέγων είναι ελάχιστα. Κυρίως εδώ περιλαμβάνονται δράσεις των ΜΚΟ. Ενδεικτικό είναι το πρόγραμμα ανακύκλωσης χαρτιού ή η πώληση περιοδικού δρόμου από άστεγους. Οι δράσεις αυτές προσφέρουν ένα στοιχειώδες εισόδημα για τους ανθρώπους αυτούς και επίσης αυξάνουν την αυτοεκτίμηση και τη δυνατότητα επανένταξης. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι σήμερα δεν έχει επιχειρηθεί να γενικευθούν σε κεντρικό επίπεδο. Συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι η εξαιρετικά περιορισμένη αποτελεσματικότητα τους.
Στην Αθήνα, η σημαντικότερη ίσως δράση που να ενθαρρύνει την κοινωνική ένταξη των αστέγων είναι το περιοδικό δρόμου «Σχεδία» που εκδίδεται από τη ΜΚΟ Διογένης. Η Σχεδία, με βάση τις πρακτικές που ακολουθούν τα περιοδικά δρόμου παγκοσμίως, διανέμεται από άστεγους και άπορους πολίτες. Στόχος του περιοδικού είναι η οικονομική και κοινωνική ενίσχυση τους, μέσω της καθημερινής ενασχόλησης με τη συγκεκριμένη δράση.
Οι υπηρεσίες στεγαστικής υποστήριξης στην Αθήνα αποτελούν τον βασικότερο κορμό των κοινωνικών πολιτικών για τους άστεγους στην Ελλάδα και αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά τους. Στην Ελλάδα της κρίσης παρατηρείται η αποδυνάμωση ακόμα και των περιορισμένων μέσων παρέμβασης που υπήρχαν. Οι πολιτικές πρόληψης από αδύναμες γίνονται ισχνές. Οι πολιτικές μεταβατικής φιλοξενίας διέπονται από ένα «ξενονοκεντρικό» χαρακτήρα, χωρίς να συνδέονται με ευρύτερες υπηρεσίες κοινωνικής υποστήριξης. Οι πολιτικές κοινωνικής ένταξης είναι περιορισμένες και, εκ των πραγμάτων, ανεπαρκείς μέσα στη γενική επιδείνωση των φαινομένων φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Εκεί που διαπιστώνεται έντονη κινητικότητα είναι στις πολιτικές έκτακτης ανάγκης. Γεγονός όμως που εκπληρώνεται με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και προσανατολισμούς που ενθαρρύνουν ένα μοντέλο κοινωνικής διαχείρισης με επίκεντρο τις μη κρατικές πρωτοβουλίες. Σε μια περίοδο όπου τα φαινόμενα στεγαστικής επισφάλειας αυξάνονται οι υπηρεσίες στεγαστικής υποστήριξης παγιώνουν ένα μοντέλο υπολειμματικής κοινωνικής διαχείρισης για όσους καταλήγουν στον δρόμο.
[1] Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat (2018) στα χρόνια της κρίσης επιδεινώθηκαν σημαντικά διάφοροι δείκτες που επηρεάζουν τα φαινόμενα έλλειψης στέγης στην Ελλάδα. Ενδεικτικά, τα ποσοστά κινδύνου φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού από 27,7% που ήταν το 2010 αυξήθηκαν στο 35,7% το 2016, τα ποσοστά ανεργίας από 7,8% το 2008 σε 24,9% το 2015, τα ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας από 3,9% το 2008 σε 18,2% το 2015, τα ποσοστά υλικής αποστέρησης από 21,8% το 2008 σε 40,7% το 2016, τα ποσοστά στεγαστικής επιβάρυνσης των φτωχών νοικοκυριών από 18,1% το 2010 σε 40,9% το 2016. Την ίδια στιγμή, οι δημόσιες δαπάνες στεγαστικής υποστήριξης μειώθηκαν από 0,38% το 2007 σε 0,01% το 2013.
Κουραχάνης, Ν. (2019) Κοινωνική Πολιτική και Υπηρεσίες Στεγαστικής Υποστήριξης στην Αθήνα, στο Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/άρθρο/κοινωνική-πολιτική-και-υπηρεσίες-στε/ , DOI: 10.17902/20971.88
Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) (2015) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/ , DOI: 10.17902/20971.9
Η πανδημική γρίπη Α(H1N1) του 2009, η οποία εντοπίστηκε αρχικά στο Μεξικό και διαδόθηκε ραγδαία σε όλη την υφήλιο, ταξινομείται στις πανδημίες με την πιο γρήγορη εξάπλωση στην σύγχρονη ανθρώπινη ιστορία. Στις 10 Αυγούστου του 2010, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) ανακοίνωσε πως ο ιός Η1Ν1 ολοκλήρωσε τον κύκλο του και η πανδημία έχει πλέον τυπικά ολοκληρωθεί (WHO, 2009). Στον Ελλαδικό χώρο, το πρώτο κρούσμα γρίπης Α(H1N1) σημειώθηκε στις 18 Μαΐου 2009. Πρόκειται για έναν ασθενή ηλικίας 19 ετών, ο οποίος είχε επιστρέψει δύο ημέρες νωρίτερα από την Νέα Υόρκη (Panagiotopoulos et al. 2009). O Glezen (1996) συγκρίνει τις πανδημίες Η1Ν1 των ετών 1892, 1918, 1936, 1957 ανά ηλικία και καταλήγει, από την ανασκόπηση των ειδικών ποσοστών προσβολής κατά ηλικία, ότι τα παιδιά σχολικής ηλικίας κατά κανόνα έχουν τα υψηλότερα ποσοστά προσβολής κατά την διάρκεια πανδημικών (και inter πανδημικών) περιόδων. Επιπλέον, τα παιδιά διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην διάδοση του ιού στον γενικό πληθυσμό εξ αιτίας της συγκέντρωσής του στο σχολικό περιβάλλον και στη μη σχολαστική πρόληψη όπως το πλύσιμο των χεριών με σαπούνι και το στέγνωμα με καθαρό χαρτί ή αέρα. Στην παρούσα εργασία, πραγματοποιείται για πρώτη φορά στον Ελλαδικό χώρο, η χαρτογράφηση των σχολικών απουσιών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην Αττική σε επίπεδο ΟΤΑ Καποδίστρια. Θεωρούμε ότι οι σχολικές απουσίες συνδέονται άμεσα με την εξάπλωση της επιδημίας της γρίπης H1N1. Η ανάλυση έγινε σε εβδομαδιαία δεδομένα για το χρονικό διάστημα από τις 13/10 έως τις 17/12 του έτους 2009. Πραγματοποιήθηκε ανάλυση χωρικής αυτοσυσχέτισης με τον υπολογισμό ολικών και τοπικών δεικτών Moran’s I για τις 10 εβδομάδες μελέτης. Οι τοπικοί δείκτες Moran’s I ταξινομήθηκαν και παρουσιάζονται με τη μορφή χαρτών χωρικών προτύπων, στους οποίους αναδεικνύονται περιοχές όπου παρατηρείται έξαρση του φαινομένου. Οι χάρτες αυτοί αναδεικνύουν την ύπαρξη χωρικής αυτοσυσχέτισης στις τρεις πιο κρίσιμες εβδομάδες ανάλυσης του φαινομένου, όπως θα δούμε παρακάτω. Ακολούθως, το διάγραμμα μέσων τιμών μαθητικών απουσιών, οπτικοποιεί τόσο την εξέλιξη του φαινομένου όσο και τον αντίστοιχο έλεγχο στατιστικής σημαντικότητας διαφοράς των μέσων τιμών. Ο εντοπισμός δήμων με υψηλό ποσοστό απουσιών μπορεί να βοηθήσει στην ενημερωμένη λήψη αποφάσεων των υπεύθυνων άσκησης πολιτικής πρόληψης υγείας (Υπουργείο Υγείας, ΚΕΕΛΠΝΟ, Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση). Παρόλο που η ανάλυση αφορά δεδομένα του 2009, τα οποία συλλέχθηκαν για αυτόν τον σκοπό, τα κρούσματα της γρίπης Α συνεχίζονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα, καθιστώντας την ανάλυση αυτή επίκαιρη. Ως εκ τούτου, η συνολική διαχείριση των κρουσμάτων και θανάτων λόγω της γρίπης Η1Ν1 ανά περιφέρεια (Δούκισσας κ.α., 2016α) σε συνδυασμό με τις σχολικές απουσίες πιθανώς να συμβάλλει ως ένα μελλοντικό εργαλείο εναργέστερης διαχείρισης και συντονισμού σε μία νέα πιθανή πανδημία. Στην παρούσα εργασία χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από το ΚΕΕΛΠΝΟ (εβδομαδιαίες εκθέσεις επιδημιολογικής επιτήρησης της γρίπης κατά το διάστημα 2009 – 2010), τα οποία είναι διαθέσιμα στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.keelpno.gr. Παράλληλα, τα πληθυσμιακά δεδομένα προέκυψαν από την Απογραφή Πληθυσμού του 2011 που διενεργήθηκε από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) (www.statistics.gr). Τα δεδομένα που αφορούν τις απουσίες των μαθητών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση ελήφθησαν από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ) σε συνεργασία με το ΙΤΥΕ (Ινστιτούτο Τεχνολογίας, Υπολογιστών & Εκπαίδευσης) το οποίο εποπτεύεται από το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων. Πιο συγκεκριμένα, τα δεδομένα αυτά αφορούν το σύνολο των απουσιών που πραγματοποιήθηκαν από τους εγγεγραμμένους μαθητές, το χρονικό διάστημα από 25/9/2009 έως 17/12/2009 σε ημερήσια βάση. Η καταγραφή απουσιών έγινε σε όλα τα σχολεία της Ελλάδας και συμπεριέλαβε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης και όλους τους τύπους σχολείων. Στην αρχική τους μορφή τα δεδομένα είναι οργανωμένα σε πίνακες. Κάθε εγγραφή του πίνακα αφορά τις συνολικές απουσίες (οι απουσίες λόγω του ιού γρίπης δεν καταγράφονταν ξεχωριστά στο σύστημα καταχώρισης απουσιών) και περιλαμβάνει α) τον κωδικό του σχολείου, β) την ημερομηνία καταγραφής των απουσιών, γ) τον αριθμό των μαθητών που απουσίαζαν ανά τμήμα, και δ) το σύνολο των ενεργών μαθητών του τμήματος. Αρχικά, πραγματοποιήθηκε έλεγχος ως προς την πληρότητα και εγκυρότητα των στοιχείων κάθε εγγραφής. Υπήρξε ένας πολύ μικρός αριθμός εγγραφών όπου δεν αντιστοιχούσαν σε κάποιο σχολείο μέσω του κωδικού του και για τον λόγο αυτόν παραλείφθηκαν. Δημιουργήσαμε ερώτημα διασταύρωσης και μετά την εκτέλεσή του παρατηρήθηκε ότι σε κάποιες εγγραφές ο δήμος στον οποίο βρίσκεται το σχολείο δεν ήταν αυτός που προέκυπτε από τον κωδικό του σχολείου. Έγιναν οι απαραίτητες διορθώσεις και στη συνέχεια προχωρήσαμε στην επεξεργασία των δεδομένων. Δημιουργώντας διαδοχικά ερωτήματα καταλήξαμε στην δημιουργία του τελικού ερωτήματος. Εξαιρώντας τις παρουσίες της Δευτέρας και της Παρασκευής λόγω αυξημένης μεταβλητότητας (για αποφυγή έκτροπων παρατηρήσεων) υπολογίστηκε η τελική μεταβλητή που είναι ο μέσος όρος απουσιών των ημερών Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη, εξαίροντας τις ημέρας που τα σχολεία είναι κλειστά (αργίες 28/10 και 17/11). Η γεωγραφική λεπτομέρεια της μεταβλητής είναι ο ΟΤΑ Καποδίστρια. Η ανάλυση στη παρόν άρθρο αφορά μόνο την Περιφέρεια Αττικής. Η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στην περίοδο μεταξύ της πανδημίας των ετών 1999 έως 2009 και στην πανδημία του 2009 ήταν η ηλικιακή προσβολή του ιού σε νοσηρότητα και θανάτους (ECDC, 2010). Η πανδημία του ιού Α(Η1Ν1) έπληξε περισσότερο τον νεανικό πληθυσμό και ειδικότερα τα σχολεία (Health Protection in Midlands) και τα νοικοκυριά (Nishiura et al, 2009). Στην Ελλάδα εκτιμάται πως ο κλινικός δείκτης προσβολής ήταν υψηλότερος για τα παιδιά ηλικίας 5 – 19 ετών ενώ ήταν χαμηλότερος για άτομα ηλικίας άνω των 64 ετών. Υπολογίζεται πως μολύνθηκε περίπου το 19,7% του Ελληνικού πληθυσμού (ΚΕΕΛΠΝΟ, 2010). Υπολογίζοντας τους ειδικούς δείκτες νοσηρότητας (Τσίμπος, 2004) για τον ιό A(H1N1) ανά 100.000 κατοίκους παρατηρούμε την ραγδαία αύξηση των κρουσμάτων μέχρι την ηλικία των 15 ετών. Πιο αναλυτικά, μέχρι την ηλικία των 5 ετών διαπιστώθηκαν 200 κρούσματα ανά 100.000 πληθυσμό. Οι αριθμοί παρουσίασαν αυξητική πορεία (300 κρούσματα) με μικρή μεταβολή και στην ηλικιακή ομάδα 5 – 10 ετών. Εντυπωσιακή είναι η αύξηση της ηλικιακής ομάδας 10 – 15 ετών. Η παρούσα ηλικιακή ομάδα αποτελεί την μέγιστη τιμή (σχεδόν 500 κρούσματα / 100.000) το οποίο επιβεβαιώνει και τις ανωτέρω εργασίες ότι τα παιδιά αποτελούν πρωταρχική εστία του ιού της γρίπης Α(Η1Ν1) και ειδικότερα οι μαθητές της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (Δούκισσας κ.α., 2016β). Η επιδημία κορυφώθηκε την 48η – 49η εβδομάδα του 2009 (Maltezou et al., 2011). Η θεματική χαρτογραφία ασχολείται με τη δημιουργία και μελέτη θεματικών χαρτών. Στο θεματικό χάρτη ενδιαφέρει κυρίως η χωρική κατανομή των δεδομένων ενώ οι θέσεις και οι αποστάσεις των χωρικών μονάδων είναι σχετικές και συμβολικές. Ο πιο συνήθης θεματικός χάρτης είναι ο χωροπληθής (choropleth map). Μια κατηγορία μεθόδων εξερεύνησης χωρικών δεδομένων είναι τεχνικές οι οποίες εξετάζουν αποκλειστικά τη χωρική εξάρτηση μεταξύ τιμών των διαφόρων χωρικών μονάδων. Ο Goodchild (1987), αναφέρει ότι υπό τη γενικότερη έννοια της η χωρική αυτσοσυσχέτιση ενδιαφέρεται για το βαθμό με τον οποίο η τιμή μιας μεταβλητής σε κάποια θέση είναι παρόμοια με τις τιμές τις ίδιας μεταβλητής που βρίσκονται γεωγραφικά κοντά της. Τα κέντρα των χωρικών προτύπων παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον από πλευράς συμπερασμάτων για την χωρική κατανομή της μεταβλητής και το φαινομένου που αυτή αφορά. Στους Χάρτες 1 και 2 παρουσιάζεται η χαρτογράφηση ανά εβδομάδα (από την 42η έως την 51η του έτους 2009) των ποσοστών απουσιών σε σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στο νομό Αττικής. Το φαινόμενο ξεκινάει να κορυφώνεται στα δυτικά της Αττικής και συγκεκριμένα στον Δήμο Άνω Λιοσίων και στην Κοινότητα Κρυονερίου. Κατά την 44η εβδομάδα παρατηρούμε κορύφωση των απουσιών στους Δήμους Κρυονερίου, Καματερού, Περιστερίου, Φιλοθέης, Κρωπίου και Μαρκόπουλο καθώς και στην Κοινότητα Καπανδριτίου. Ωστόσο, η 44η εβδομάδα ήταν η εβδομάδα εορτασμού της Εθνικής Επετείου του Όχι (28ης Οκτωβρίου) συνεπώς ένα μεγάλο ποσοστό απουσιών ενδεχομένως να οφείλεται σ’ αυτόν. Ο τελευταίος χάρτης του Χάρτη 1 που αναφέρεται στην 46η εβδομάδα φανερώνει υψηλά ποσοστά στους δυτικούς Δήμους Ζεφυρίου, Μάνδρας, Ερυθρών, Γέρακα και στις Κοινότητες Κρυονερίου και Αφιδνών. Τέλος και στο Νότιο τμήμα της Αττικής στην κοινότητα Αγίου Κωνσταντίνου σημειώνεται σχετικά υψηλό ποσοστό.Δεδομένα
Θεωρητικό Υπόβαθρο
Μεθοδολογία
Αποτελέσματα Διερευνητικής χωρικής ανάλυσης
Γράφημα 1: Χαρτογράφηση των ποσοστών απουσιών σε σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης για την περίοδο 13/10 εως 12/11/2009 στο νομό Αττικής (Χάρτες 1-6)
Περνώντας στον Χάρτη 2 και στην 47η εβδομάδα παρατηρούμε ότι το φαινόμενο είναι αρκετά έντονο και επεκτείνεται στα Βόρεια αλλά και στα Νότια προάστια της Αθήνας. Ξεκινώντας από την βορειοανατολική Αττική, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) που εμφάνισαν πολύ υψηλά ποσοστά (άνω του 16,5%) είναι οι εξής: οι Κοινότητες Κρυονερίου, Αφιδνών και Καπανδριτίου, καθώς και οι Δήμοι Άνω Λιοσίων, Ασπρόπυργου, Βίλιων, Διονύσου. Οι ΟΤΑ που εμφανίζουν το αμέσως μικρότερο ποσοστό (μεταξύ 12,5% έως 15%) είναι οι Δήμοι Παιανίας και Αρτέμιδος. Τέλος οι Δήμοι Βουλιαγμένης και Βάρης σημείωσαν ποσοστό μαθητικών απουσιών μεταξύ 9 και 10,5% κατά την 47η εβδομάδα του 2009. Την επόμενη εβδομάδα (48η) παρατηρούμε ότι οι Κοινότητες Κρυονερίου και Αφιδνών εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά μαζί με τον Δήμο Βιλίων. Ακολουθούν οι Δήμοι Λυκόβρυσης, Παπάγου, Ελευσίνας καθώς και η Κοινότητα Αγίου Κωνσταντίνου στο Νότιο τμήμα της Αττικής. Ποσοστά της τάξεως του 9 – 10,5% σημειώνουν και οι Δήμοι Μάνδρας και Μεγάρων. Κατά την 49η εβδομάδα παρατηρούνται πολύ υψηλά ποσοστά (άνω του 16,5%) στην Δυτική Αττική καθώς και στο Νότιο τμήμα της. Συγκεκριμένα, οι κοινότητες Μαρκόπουλου, Καπανδριτίου, Αφιδνών καθώς και ο Δήμος Φυλής συνεχίζουν να παρουσιάζουν τα υψηλότερα ποσοστά. Επιπλέον φαίνεται να επεκτείνεται το φαινόμενο και δημιουργείται μία συστάδα στο Νότιο μέρος της Αττικής και συγκεκριμένα στους Δήμους Κερατέας, Λαυρεωτικής, Αναβύσσου καθώς και στις Κοινότητες Αγίου Κωνσταντίνου και Παλαιάς Φώκαιας. Κατά την 50η εβδομάδα το φαινόμενο των απουσιών φαίνεται να είναι πιο ήπιο. Αξίζει να τονιστεί ότι κατά την 49η εβδομάδα προς 50η κορυφώθηκε ο αριθμός των κλειστών σχολείων είτε λόγω γρίπης είτε προληπτικά. Εκτιμάται πως ο αριθμός αυτός έφτασε τα 1.600 σχολεία Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (Doukissas et al., 2018). Έτσι, η εικόνα της 50η εβδομάδας μπορεί να φαίνεται φυσιολογική δεδομένου ότι αρκετά σχολεία ήταν κλειστά και δεν ανέφεραν απουσίες στο σύστημα καταγραφής. Τα σχολεία αυτά βρίσκονται στους ΟΤΑ με χαρτογραφικό σύμβολο «χωρίς τιμές». Τέλος κατά την 51η εβδομάδα παρατηρούμε να επανεμφανίζεται το φαινόμενο των απουσιών στη νότια Αττική (ίδιοι Δήμοι και Κοινότητες με ακόμα πιο έντονο ποσοστό απουσιών με την 49η εβδομάδα) καθώς και στους ΟΤΑ Μαρκόπουλου, Καπανδριτίου, Μαγούλας και Βιλίων.Γράφημα 2: Χαρτογράφηση των ποσοστών απουσιών σε σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης για την περίοδο 18/11 εως 17/12/2009 στο νομό Αττικής (Χάρτες 6-10)
Παρατηρούμε ότι αρκετοί ΟΤΑ, όπως ο Δήμος Αθηναίων και τα Νότια Προάστια της Αθήνας εμφάνισαν σχετικά χαμηλό ποσοστό απουσιών της περίοδο που εξετάζουμε. Το γεγονός αυτό μπορεί να οφείλεται στο υψηλότερο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο του πληθυσμού που κατοικεί σε αυτούς τους ΟΤΑ, όπως προκύπτει από το υψηλό μέσο δηλωθέν οικογενειακό εισόδημα και υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης (Kalogirou, 2010), και ενδεχομένως να δίδεται μεγαλύτερη φροντίδα σε κανόνες προσωπικής υγιεινής (σχολαστικό πλύσιμο χεριών, ρούχων, κτλ.)
Σύμφωνα με τους δείκτες ανθρώπινης φτώχειας του ΟΗΕ, οι οποίοι αποτελούν «συνθετικούς» δείκτες, που αποτυπώνουν την ανθρώπινη φτώχεια του πληθυσμού ενός Δήμου σε σχέση με τους υπόλοιπους, στη βάση του κοινωνικο-οικονομικού προφίλ τους, προκύπτει ότι στους Δήμους της Περιφερειακής Ενότητας Δυτικής Αττικής κατοικεί το 21% του πληθυσμού της Περιφέρειας Αττικής με τη μεγαλύτερη ανθρώπινη φτώχεια ( Περιφέρεια Αττικής, 2015).
Παρότι όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η πανδημία του ιού Α(Η1Ν1) κορυφώθηκε την 48η – 49η εβδομάδα, το εύρημα της παρούσας εργασίας είναι το γεγονός ότι οι σχολικές απουσίες στην περιοχή της Αττικής εμφάνισαν την μέγιστη τιμή τους την 47η εβδομάδα, δηλαδή μία έως δύο εβδομάδες νωρίτερα από την κορύφωση του φαινόμενου στον γενικό πληθυσμό, η οποία έγινε την 48η και 49η εβδομάδα (Maltezou, 2011). Το γεγονός αυτό, επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι οι σχολικές απουσίες προηγούνται χρονικά της γενικής κορύφωσης του φαινομένου στο γενικό πληθυσμό.
Στο Γράφημα 3, παρατηρούμε την εξέλιξη του μέσου ποσοστού απουσιών για το χρονικό διάστημα δέκα εβδομάδων σε επίπεδο ΟΤΑ Καποδίστρια (Περιφέρεια Αττικής). Το μέσο ποσοστό απουσιών της 44ης εβδομάδας αναφέρεται στο τριήμερο της 28ης Οκτωβρίου, όπου παρατηρούνται απουσίες μαθητών για λόγους διάφορους από αυτούς λόγω ασθένειας. Η εβδομάδα με το μεγαλύτερο καταγεγραμμένο ποσοστό απουσιών είναι η 47η εβδομάδα του 2009, με χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στις δύο εβδομάδες που ακολουθούν, ο αριθμός των μαθητών που απουσιάζει εμφανίζει πτώση.
Στην ενότητα αυτή παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της ανάλυσης χωρικής αυτοσυσχέτισης, η οποία έγινε με τον υπολογισμό ολικών και τοπικών δεικτών Moran’s I με τη βοήθεια του λογισμικού GeoDa v. 1.12 (Anselin, 1995).
Από τον Χάρτη 11 προκύπτει ότι τα δεδομένα μέσου ποσοστού απουσιών δεν παρουσιάζουν αξιοσημείωτα χωρικά πρότυπα. Ο δείκτης Moran’s I των τιμών μέσου ποσοστού απουσιών για τις παραπάνω εβδομάδες είναι θετικός. Για παράδειγμα, την 49η εβδομάδα, η τιμή του τοπικού δείκτη Moran’s I είναι 0,29 και είναι στατιστικά σημαντική σε επίπεδο 5%.
Σύμφωνα με τον Χάρτη 11, που αφορά την ταξινόμηση των τοπικών δεικτών Moran’s I της 49ης εβδομάδας, παρατηρείται ένα χωρικό πρότυπο παρόμοια υψηλού ποσοστού απουσιών στους γειτονικούς ΟΤΑ Καποδίστρια της Λαυρεωτικής και αρκετοί διάσπαρτοι χωρικά δήμοι με υψηλές τιμές που συνορεύουν με δήμους χαμηλών τιμών ποσοστών απουσιών.

Πιστεύουμε ότι ο έγκαιρος χρονικός και χωρικός εντοπισμός της κορύφωσης των σχολικών απουσιών θα μπορούσε να συμβάλλει στον μετριασμό του φαινομένου σε μία νέα επιδημία γρίπης και ελπίζουμε η εργασία αυτή να συμβάλει προς την κατεύθυνση αυτή. Απώτερος στόχος της πολιτείας σε μία νέα επιδημία ιού θα πρέπει να είναι η μείωση του χρόνου που απαιτείται για τον μετριασμό της (εκτίμηση έντασης φαινομένου, ενημέρωση ιατρικού προσωπικού, κατασκευή εμβολίου, κ.α.) αφότου εντοπισθεί. Ένα μέτρο που θα μπορούσε να συμβάλλει στον μετριασμό αυτόν είναι ένας μηχανισμός επείγουσας ειδοποίησης των εμπλεκομένων όταν εμφανίζονται ποσοστά σχολικών απουσιών πάνω από κάποιο όριο (κατώφλι). Έτσι, οι υπεύθυνοι άσκησης πολιτικής μπορούν να λάβουν περαιτέρω αποφάσεις σε επίπεδο σχολικών μονάδων (παρεμβάσεις υγιεινής, κλείσιμο σχολείων, έγκαιρο εμβολιασμό κ.α.).
Ευχαριστίες: Οι συγγραφείς αισθάνονται την ανάγκη να ευχαριστήσουν τον καθηγητή της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας κ. Τάκη Παναγιωτόπουλο καθώς και τον Επιστημονικό συνεργάτη Δημήτρη Παπαμιχαήλ για την επιστημονική συμβολή, υποστήριξη και καθοδήγηση στην διαχείριση των δεδομένων που παρουσιάστηκαν στην παρούσα εργασία. Η πολύτιμη βοήθεια τους αποτέλεσε έναυσμα για την εκπλήρωση της παρούσας δημοσίευσης.
[1]: Κεντρική εικόνα (banner photo): https://www.health.harvard.edu/mind-and-mood/does-a-virus-cause-alzheimers, © Dr_Microbe/Getty Images
Δούκισσας, Λ., Καλογήρου, Σ., Καραγεώργη, Α. (2019) Απουσίες στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση κατά την Πανδημία Α(Η1Ν1) του έτους 2009 – 2010. Η περίπτωση της Αττικής, στο Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/άρθρο/πανδημία-αη1ν1/ , DOI: 10.17902/20971.87
Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) (2015) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/ , DOI: 10.17902/20971.9
Στη φιλολογία της ελληνικής λογοτεχνίας υπάρχουν εκατοντάδες αναφορές για την πόλη της Αθήνας ως το σκηνικό εκείνο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η αφήγηση ενώ, τα τελευταία ιδίως χρόνια, πληθαίνουν οι αναφορές μιας πολυποίκιλης και σε μεγάλο βαθμό ισότιμης συμμετοχής της ως αυθύπαρκτου πλέον «φορέα δράσης» μέσα στο πλήθος των χαρακτήρων του αφηγήματος.
Θα μπορούσε ωστόσο η ίδια η πόλη να αναγνωστεί ως ένα μυθιστόρημα στην αφηγηματική διαδικασία του οποίου αφηγητής δεν είναι απλώς ένα υποκείμενο ως «φυσικό πρόσωπο» ή ένας παντογνώστης αφηγητής, αλλά οι ίδιοι οι δρόμοι της. Και αυτό γιατί η αφήγηση του δρόμου συνθέτει την πλοκή της πόλης και συναρθρώνει πλευρές από την ιδεολογία της με τον ίδιο τρόπο που ο χαρακτήρας εκφέρει τα ιδεολογικά διακυβεύματα του μυθιστορήματος, δίνοντας τη δική του «μάχη» για την επικράτησή τους, μέσω της δικής του επικράτησης (Δοξιάδης, 1988). Πρόκειται για τον δρόμο ως χαρακτήρα στο αφήγημα της πόλης.
Υπάρχουν δρόμοι ύποπτοι, σκοτεινοί, απόκοσμοι, δρόμοι φαντασμαγορικοί και θορυβώδεις, δρόμοι γιορτινοί και εμπορικοί, δρόμοι διαφυγής, συνάντησης και περιπάτου. Πάνω σε όλους αυτούς συμπυκνώνονται οι μεταβολές και οι διακυμάνσεις ανάμεσα στο δημόσιο και στο ιδιωτικό, στο χώρο και στο χρόνο καθώς και οι εφήμερες και μεταβατικές τάξεις που φορτίζουν τις ετερότητες. Στο δρόμο τελείται το τυχαίο, το συγκυριακό, εδώ και οι κανονικότητες. Είναι ο αφηγητής της ασυνέχειας στο αφήγημα της πόλης αλλά και το κατεξοχήν πεδίο συγκρότησης της αστικής (urban) εμπειρίας. Εδώ τελούνται οι πρακτικές του χώρου που ξεφεύγουν από τον ορίζοντα του ορατού, όλα αυτά τα δίκτυα αλληλοδιαπλοκής που διαφεύγουν από την αναγνωσιμότητα, ιχνογραφώντας μέσα από μια μυθική εμπειρία του χώρου μια «σκοτεινή και τυφλή κινητικότητα της κατοικημένης πόλης» (Μισέλ ντε Σερτώ, 2010: 247). Ο δρόμος αναγγέλλει: προγνωστικά τι θα συμβεί, αναμνηστικά τι έχει συμβεί και διαγνωστικά τι είναι σε εξέλιξη.
Σε αυτό το μεγάλο και φιλόδοξο μυθιστόρημα της πόλης, ενώ όλοι οι δρόμοι θα μπορούσαν να αφηγηθούν τις πλευρές και τις συνάψεις της, δεν θα μπορούσαν να είναι όλοι με τον ίδιο τρόπο πρωταγωνιστές. Γιατί στον λαβύρινθο της αστικής μετανεωτερικής εμπειρίας οι δρόμοι δεν «είναι» αλλά, ως φορείς δράσης, «πράττουν». Λειτουργούν δηλαδή με τέτοιο τρόπο ώστε θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι το ρόλο που έχει το υποκείμενο/χαρακτήρας στην αφήγηση τον ίδιο ακριβώς έχει ο δρόμος στην πόλη. Τόσο το υποκείμενο όσο και ο δρόμος είναι φορείς των δράσεων και συνθετικοί παράγοντες της πλοκής και της πόλης αντίστοιχα.
Θα επιλέξουμε, όχι τυχαία, τον δρόμο της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας (στο εξής: Β. Σοφίας), για να δείξουμε πως ο λόγος της πόλης μπορεί αναγνωστεί με έναν τέτοιο τρόπο ώστε το πράττειν των δρόμων ως χαρακτήρες συνίσταται στην ανάδειξή τους αφενός ως τους πλέον θεμελιώδεις πυκνωτές της αστικής εμπειρίας, αφετέρου ως φορείς απόδοσης του νοήματος μέσω της ροής των εναλλασσόμενων ταυτοτήτων της πόλης των οποίων αποτελούν αδιάκοπες μήτρες παραγωγής. Όπως όμως οι χαρακτήρες είναι φορείς διαφορετικών δράσεων, έτσι και οι δρόμοι δεν εγγράφουν με τον ίδιο τρόπο τα χνάρια της εμπειρίας της πόλης. Κανένας δρόμος δεν μιλάει την ίδια γλώσσα. Εκκινώντας από τα παραπάνω ρητορικά σχήματα θα θεωρήσουμε ότι ο κοινά και καθημερινά αποδεκτός χαρακτηρισμός του δρόμου της οδού Β. Σοφίας ως «αρτηρίας» της πόλης, και μάλιστα κεντρικής, είναι μια θεμελιώδης μεταφορά, η οποία καταδεικνύει έναν ζωτικής σημασίας εννοιολογικό επικαθορισμό για την ταυτότητα της Αθήνας (Τουρνικιώτης, 2000) (Εικόνα 1).
Τι είναι άλλωστε η ίδια η αρτηρία παρά ένα μεγάλο αγγείο το οποίο μεταφέρει αίμα από την καρδιά στα υπόλοιπα ζωτικά όργανα. Μήπως η πόλη δεν είναι ένας ζωντανός οργανισμός του οποίου η ζωή καθορίζεται από τις αρτηρίες του; Ωστόσο για να είναι μια σχέση μεταφορική πρέπει πρώτα να είναι μετωνυμική (Δοξιάδης, 2008). Και ο δρόμος της Β. Σοφίας είναι μια θεμελιώδης μετωνυμία της Αθήνας. Όχι μόνο γιατί η μετωνυμία είναι μια γνωσιακή διαδικασία στην οποία μια έννοια παρέχει νοητική πρόσβαση σε μια άλλη έννοια (Βελούδης, 2005), ούτε γιατί απλά πρόκειται για τη σχέση του μέρους με το όλο, η οποία είναι και η χαρακτηριστικότερη εκδοχή της μετωνυμίας καταγράφοντας ταυτόχρονα και τη χωρική σχέση του «ανήκειν», αλλά και γιατί τα τοπόσημά της συνθέτουν πολλαπλά τμήματα στη συνταγματική άλυσο του αφηγήματος της πόλης. Όπως λοιπόν άνθρωπος σημαίνει λόγος και σκορπιός δηλητήριο, έτσι και Β. Σοφίας σημαίνει Αθήνα.
Ιχνογραφώντας τον δρόμο της Β. Σοφίας διαπιστώνουμε ότι οι δύο μεγάλες «γωνίες της» άτυπα τη χωρίζουν σε τρία «φυσικά» τμήματα, κάνοντας εκεί τις στροφές του δρόμου να δείχνουν ότι είναι ταυτόχρονα και στροφές στο χρόνο.
Με κατεύθυνση από την Πλατεία Συντάγματος προς τους Αμπελοκήπους, το πρώτο και πιο επιβλητικό τμήμα περιλαμβάνει την έκταση από το κτίριο της Βουλής των Ελλήνων, τα παλιά Ανάκτορα, μέχρι την διασταύρωση των οδών Ηροδότου και Ρηγίλλης. Μέχρι εκεί ο Εθνικός Κήπος, όλα σχεδόν τα εναπομείναντα νεοκλασικά [1] οικοδομήματα, περίλαμπρες και επιβλητικές οικίες των πιο εύπορων στρωμάτων του τέλους του 19ου και αρχών του 20ου αιώνα, αλλά και πολυτελείς κατοικίες στη θέση εκείνων που κατεδαφίστηκαν μεταπολεμικά, έργα γνωστών και διάσημων αρχιτεκτόνων, καθιστούν τη Β. Σοφίας το πιο αριστοκρατικό βουλεβάρτο και ταυτόχρονα τόπο/σύμβολο αστικής ευημερίας, εξακολουθώντας μέχρι και σήμερα να αποτελεί τη βιτρίνα της Αθήνας. Πιο συγκεκριμένα η οικία Νικόλαου Ψύχα (1885, Β. Σοφίας 3, Ερνέστος Τσίλλερ) [2], όπου στεγάζεται η Αιγυπτιακή Πρεσβεία, το Μέγαρο Καυτατζόγλου (1900, Β. Σοφίας 4, Ε.Τσίλλερ), όπου σήμερα στεγάζονται γραφεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το Μέγαρο Ανδρέα Συγγρού(1873, Β. Σοφίας 5, Ε. Τσίλλερ) όπου στεγάζεται το Υπουργείο Εξωτερικών, το Μέγαρο Μέρλιν (1895, Β. Σοφίας 7, Αναστάσιος Μεταξάς), όπου στεγάζεται η Γαλλική Πρεσβεία, η πολυκατοικία Γ. Κουρμπάνη και Χ. Ευελπίδη (1932, Β.Σοφίας 6-8, Δημήτρης Φωτιάδης), η οικία Ρέντη (1920, Β. Σοφίας 9, Βασίλης Τσαγρής) όπου σήμερα στεγάζεται το Ίδρυμα Θεοχαράκη, η οικία Στέφανου Ψύχα( 1875, Β. Σοφίας και Σέκερη 2, Ε. Τσίλλερ), η οικία Χαροκόπου ή Εμμανουήλ Μπενάκη (1860, Β. Σοφίας και Κουμπάρη 1, Αν. Μεταξάς), όπου στεγάζεται το ομώνυμο μουσείο, η «λευκή κατοικία Καλλιγά» (1954, Β. Σοφίας 25, Κωνσταντίνος Καψαμπέλης), μια πολυτελής πολυκατοικία του Μεσοπολέμου του Κ. Κιτσίκη που προωθεί μια σύνθεση κλασικιστικών στοιχείων με μοντέρνα (1938, Β. Σοφίας 29). Το πρώτο τμήμα θα καταλήξει από δεξιά στο Μέγαρο Σταθάτου (1895, Β. Σοφίας 31 και Ηροδότου, Ε.Τσίλλερ), εκεί όπου στεγάζεται το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης και από αριστερά, ακριβώς απέναντι, στο Σαρόγλειο Μέγαρο, όπου στεγάζεται η Λέσχη Αξιωματικών (1930, Β. Σοφίας και Ρηγίλλης 1, Αλ. Νικολούδης) [3]. (φωτ. 2-14).
Το δεύτερο τμήμα, και αφού ο δρόμος αφήσει πίσω του το Μέγαρο Ιλίσια (1848, Β. Σοφίας 22, Σταμάτης Κλεάνθης) όπου στεγάζεται το Βυζαντινό Μουσείο, έπειτα το Πολεμικό Μουσείο (1975, Ριζάρη 2, Θουκυδίδης Βαλεντής) και το νοσοκομείο του Ευαγγελισμού, θα καταλήξει σε δύο εξίσου σημαντικά τοπόσημα. Στο γλυπτό Δρομέας του Κώστα Βαρώτσου που βρίσκεται στο κέντρο του δρόμου, επάνω στην πλατεία Μεγάλης του Γένους Σχολής και δεξιά από αυτό, απέναντι από την «κόκκινη πολυκατοικία» (1927, Β. Σοφίας 55, Κωνσταντίνος Κιτσίκης), ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά κτίρια του μοντερνισμού, όχι μόνο σύμβολο κοινωνικής ευμάρειας αλλά και εμπλοκής του τόπου στο δίκτυο του διεθνούς τουρισμού, το ξενοδοχείο Χίλτον (Τουρνικίωτης, 2000). Το έργο ολοκληρώθηκε το 1963 από τους Εμμ. Βουρέκα, Πρ. Βασιλειάδη και Σπ. Στάϊκο, με τις ανάγλυφες πινελιές του Μόραλη πάνω από την κύρια είσοδο να αναζητούν την ελληνικότητα ως απάντηση στον επιβλητικό όγκο της υπερπόντιας δύναμης που την εποχή εκείνη ήταν στο ζενίθ της ισχύος της (Φιλιππίδης, 2000) (φωτ. 15-18).
Το τρίτο τμήμα του δρόμου στο οποίο δεσπόζει σαφώς η μοντερνίζουσα αισθητική αρχίζει από εκεί που τελειώνει το Χίλτον. Μετά το Νοσηλευτικό Ίδρυμα του Μετοχικού Ταμείου Στρατού (Ν.Ι.Μ.Τ.Σ), με εξαίρεση την οικία Αντωνόπουλου (1934, Β. Σοφίας 88, Γεώργιος Κοντολέων) – με την πρωτοτυπία του αρχιτέκτονα η όψη να κοιτάζει στην Ακρόπολη και όχι στον δρόμο- και τα τέσσερα νοσοκομεία (Αιγινήτειο, Αρεταίειο, Αλεξάνδρα και Ιπποκράτειο), τον δρόμο κοσμούν μεταπολεμικές πολυκατοικίες και κτίρια και πάλι γνωστών αρχιτεκτόνων όπως του Νίκου Βαλσαμάκη και του Παναγιώτη Μιχελή (φωτ.19-26).
Στο τμήμα αυτό βρίσκουμε το Μέγαρο Μουσικής (1991, Β. Σοφίας 89, Βουρέκας-Σκρουμπέλος) και την Αμερικάνικη Πρεσβεία (1960, Β. Σοφίας 91), έργο του διάσημου Walter Gropius, από τα πιο επώνυμα αρχιτεκτονικά έργα και από τα πιο ισχυρά τοπόσημα της Αθήνας (φωτ. 27-28).
Ο μοναδικός θύλακας ψυχαγωγίας, σε ολόκληρη τη Β. Σοφίας βρίσκεται, όχι τυχαία, εδώ. Πρόκειται για την πλατεία Μαβίλη με διάφορα εστιατόρια, μπαρ, καφέ και ζαχαροπλαστεία. Και βέβαια το πασίγνωστο μπαρ Λώρας που μεσουρανούσε από το 1967 και για σχεδόν για τέσσερις δεκαετίες (φωτ. 29-30).
Το πιο νεωτερικό τμήμα του δρόμου, θα ολοκληρωθεί με ξεκάθαρα συμβολικό τρόπο στους Πύργους των Αθηνών(Β. Σοφίας και Μεσογείων 2, 1971,Βικέλας), στην πρώτη προσπάθεια ανέγερσης ουρανοξύστη στην Ελλάδα (φωτ.31-32).
Ολόκληρος ο δρόμος της Β. Σοφίας δείχνει λοιπόν να μοιάζει με μια φανταστική Μπιενάλε αρχιτεκτονικής η οποία καλύπτει αρχιτεκτονικά έργα διάρκειας πέραν του ενός αιώνα. Πρόκειται για έργα τα οποία σε μια χωροχρονική γραμμικότητα έχουν καθορίσει και συγκροτήσει όχι μόνο την εικαστική ταυτότητα του αστικού ιστού της Αθήνας αλλά και επί μέρους ιδεολογικές ταυτότητες, η έκταση και η φήμη των οποίων τον ξεπερνούν αναπόφευκτα αλλά και επιτακτικά.
Από την παραπάνω περιγραφή μπορούμε να συνάγουμε πως ο δρόμος της λεωφόρου Β. Σοφίας, μέσα από το βασίλειο των όψεων των κτιρίων, συγκροτεί εξαιρετικά σημαντικές πλευρές της αθηναϊκής αστικής ταυτότητας, ίσως τις πλευρές εκείνες που έχουν καθορίσει την ταυτότητα αυτή αρχετυπικά. Πέρα όμως από αυτή την παντοκρατορία των σημαινόντων, η Β. Σοφίας είναι και ένα σύνολο τόπων και μάλιστα «διακεκριμένων». Ένας ιδιαίτερος τύπος «διακεκριμένου» χώρου είναι ο «παραδειγματικός» τόπος. Πρόκειται για τόπους μοναδικούς που κατέχουν μια εξέχουσα θέση στην κοινωνική μνήμη, υποστασιοποιούν τη συλλογική ιστορική εμπειρία και συγκροτούν κοινές εννοιολογικές προσλαμβάνουσες (Τζανάκης-Σαβάκης, 2003). Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πρώτο τμήμα της χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα διάφορα τοπόσημα που αναφέρθηκαν δεν συμμετέχουν και αυτά στην υποστασιοποίηση της συλλογικής αστικής εμπειρίας, όπως για παράδειγμα η Αμερικάνικη Πρεσβεία και οι δύο Πύργοι των Αθηνών. Ο ιδεολογικός χαρακτήρας της Β. Σοφίας, τουλάχιστον μέχρι το Μέγαρο Σταθάτου και τη Λέσχη Αξιωματικών, είναι ολωσδιόλου πρόδηλος. Η εγγεγραμμένη στην αστική συλλογική συνείδηση επιθυμία «να ήταν όλη η Αθήνα έτσι» και η διαρκής ανάσυρση μιας «απογοήτευσης» για μια Αθήνα που χάθηκε «στην αντιπαροχή και στο τσιμέντο», έχει εν πολλοίς την αφετηρία της στα εμβληματοποιημένα θραύσματα του παρελθόντος στις αρχές του δρόμου, με το ανάλογο πρόσημο που κρύβεται πίσω από μια υφέρπουσα ιδεολογικοποίηση της νοσταλγίας, αγνοώντας τις συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας από τις αρχές του 20ου αιώνα και μετά (Φιλιππίδης, 2000). Η νοσταλγία αυτή πιθανώς να μεταφράζεται σε μια νοσταλγία και αναζήτηση για μια καθαρότητα και αυθεντικότητα της μορφής, εύκολα αναγνώσιμη και αναγνωρίσιμη σε αντιδιαστολή με την αμηχανία μπροστά στο διάχυτο μητροπολιτικό κατακερματισμό. Με αυτήν όμως την έννοια η νοσταλγία μεταφράζεται και σε μια διάθεση για την κατανάλωση του παρελθόντος μέσα από σχήματα που υπάγονται στις παραπάνω ρητορικές.
Στο μυθιστόρημα της πόλης, η Β. Σοφίας, ως χαρακτήρας του αφηγήματος εμφανίζεται ενοποιημένος σε ένα και μόνο «πρόσωπο» ως «ήρωας-αφηγητής-συγγραφέας» (Genette, 2007: 325). Ο χαρακτήρας «με όνομα» γράφει την ιστορία της πόλης, πρωταγωνιστεί σε κάθε σκηνή και με την συσσωρευμένη ιστορική ένταση αλλά και «έπαρση» αφηγείται με πομπώδη και αυτοαναφορικό τρόπο την ίδια την ιστορία της που είναι τελικά η ιστορία του κέντρου της πόλης [4]. Μέσα από ένα σύστημα ρητορικών τροπισμών θα σχηματιστεί το πιο πλούσιο ρεπερτόριο εμβληματικών παραστάσεων. Ο δρόμος θα ξεκινήσει «δικαίως» από ένα επιβλητικό τοπόσημο με τη δική του συμβολή στην ιστορία της Αθήνας, το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία για να καταλήξει στο τρίστρατο Β. Σοφίας, Λ. Αλεξάνδρας και Κηφισίας (φωτ.33-34).
Ένας από τους τέσσερις αλληλοσυνδεόμενους άξονες τους οποίους προτείνει ο Κύρκος Δοξιάδης για την ανάλυση λόγου στο έργο του με τίτλο «Ανάλυση Λόγου. Κοινωνικο-φιλοσοφική θεμελίωση», είναι ο άξονας των εννοιών, ο οποίος αφορά τους τρόπους εμπλοκής του αφηγηματικού υποκειμένου στην αφήγηση [5]. Εδώ, ο συγγραφέας δίνει ως παράδειγμα την έννοια της χρονικότητας, κάτι που εν προκειμένω ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωση της Β. Σοφίας ως χαρακτήρα στο αφήγημα της πόλης. Σημειώνει χαρακτηριστικά: «Αναφέρομαι κυρίως σε περιπτώσεις όπου οι ίδιοι οι χαρακτήρες αφηγούνται περιστατικά που έχουν ήδη συμβεί, κατά τρόπο ώστε αυτή η αφήγηση να συγκροτεί σημαντικό μέρος της ίδιας της πλοκής» (Δοξιάδης, 2008: 176). Δεν αφηγείται άραγε ο δρόμος της Β. Σοφίας τα περιστατικά εκείνα που συγκροτούν σημαντικό μέρος του αφηγήματος της πόλης σε τέτοιο βαθμό ώστε ο ίδιος ο δρόμος να «καταπίνει» οποιοδήποτε υποκείμενο κινείται εντός του αφού υπερφαλαγγίζει τις υποκειμενικές τελέσεις στο όνομα της πλήρους υποστασιοποίησής του ως αυθύπαρκτης οντότητας; Γιατί θαρρεί κανείς πως στον δρόμο αυτό της διαρκούς ροής δεν χωράνε πρόσωπα, δεν υπάρχουν υποκείμενα παρά μόνο τοπόσημα και στιγμιαία σημεία συνάντησης. Η υποστασιοποίηση αυτή θυμίζει την εικόνα για την πόλη έτσι όπως αποτυπώνεται στη Μενεξεδένια Πολιτεία του Άγγελου Τερζάκη. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι ο συγγραφέας, θέλοντας να δείξει τη χαώδη μορφή που έχει αρχίζει να παίρνει η πόλη προπολεμικά, θα χρησιμοποιήσει για να την περιγράψει τη λέξη «αρτηρία» [6].
Αν το κύριο χαρακτηριστικό του πλάνητα είναι η ικανότητά του να χάνεται στην πόλη, στο δρόμο της Β. Σοφίας είναι αδύνατη η ύπαρξη μιας τέτοιας υποκειμενικότητας (Σταυρίδης, 2007). Στο βαθμό που ο πλάνητας οφείλει να μην εξοικειώνεται και να επανεγγράφει διαρκώς την πόλη συνθέτοντας σαν σε μοντάζ τα στοιχεία της για να αναδιατάξει το νόημα, στο δρόμο αυτό της απόλυτης εξοικείωσης, της έλλειψης των κατωφλιών και των παγιωμένων τελέσεων, κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Καμία ασυνέχεια που θα αναστρέψει το νόημα, καμία στοά που θα γίνει τόπος μετάβασης έξω από τη ρουτίνα και την πλήξη, κανένα πέρασμα στο ανοίκειο και στο έτερο (Σταυρίδης, 1999). Στο δρόμο της Β. Σοφίας δεν είναι δυνατό να «χαθείς», δεν μπορείς να καταδικάσεις κανένα τμήμα της στην αφάνεια ή στην αδράνεια για να συνθέσεις άλλα «αθέμιτα χωρικά γυρίσματα» [7] Μισέλ ντε Σερτώ, 2010: 256). Αν το περπάτημα μπορεί να βρει έναν πρώτο ορισμό ως χώρος εκφώνησης (Μισέλ ντε Σερτώ, 2010), η ρητορική του βαδίσματος εδώ θα παραμείνει όχι απλά απούσα αλλά άφωνη. Όσο και αν τα υποκείμενα είναι πρόθυμα για ματιές στην ανοικείωση και στην ανεύρεση κατωφλιών, ο δρόμος είναι αποτρεπτικός για μια τυχαία περιπλάνηση που θα δώσει άλλο νόημα τόσο στα κατώφλια όσο και στα υποκείμενα κάθε φορά που θα τα διαβούν. Γιατί το κατώφλι είναι η χωρική μετωνυμία της ασυνέχειας. Μόνο στο τέλος του δρόμου, στους δύο ουρανοξύστες θα βρεθεί ένα μοναδικό κατώφλι, μια ασυνέχεια που πράγματι διαρρηγνύει τον τόπο και τον χρόνο. Πίσω ακριβώς από τους δύο ουρανοξύστες παραμένουν ακόμα κάποια θραύσματα πιο πρόσφατου παρελθόντος από εκείνον στις αρχές της Β. Σοφίας, διαφορετικά αυτή τη φορά απομεινάρια από χαμηλά προσφυγικά σπίτια καθώς και χαλάσματα από άλλα εγκαταλελειμμένα, σε μια γειτονιά που σε τίποτε δεν θυμίζει το άρωμα από το μητροπολιτικό δέος των δύο επιβλητικών κτιρίων που βρίσκονται μόλις εκατό μέτρα κοντά. Διασχίζοντας το κατώφλι ανάμεσα στα δύο ψηλά κτίρια βρίσκεται κανείς ξαφνικά από τη φαντασμαγορία της λεωφόρου σε έναν παρελθόντα χρόνο και τόπο που θυμίζει ξεχασμένες συνοικίες άλλων εποχών (φωτ. 35-39).
Από τη στιγμή που η ιδεολογία «είναι ένας τρόπος άσκησης της εξουσίας μέσα στο λόγο και δια μέσου του λόγου» (Δοξιάδης, 1988: 37) η εξουσία που ασκείται από τον λόγο του χαρακτήρα της Β. Σοφίας στο λόγο της πόλης, μέσα από μια ιδεολογική «μάχη αποφάνσεων» για την-ιδεολογική-επικράτηση, είναι ευδιάκριτη. Η Β. Σοφίας ως το κυρίαρχο και κεντρικό υποκείμενο της πόλης [8] αρθρώνει ένα λόγο αφοπλιστικό εγκαθιδρύοντας όχι μόνο ένα τοπικό καθεστώς της αλήθειας, όπως συμβαίνει στις μυθοπλαστικές αφηγήσεις, αλλά ένα υπερτοπικό. Η ιδεολογική ταυτότητα των τοπόσημων που συνθέτουν το λόγο του δρόμου, ιδίως στο πρώτο και στο δεύτερο τμήμα της, υπερφαλαγγίζει την τοπικότητα του δρόμου και τα όριά του. Για το λόγο αυτό η Β. Σοφίας δεν είναι ένας αυστηρά οριοθετημένος δρόμος, αλλά ένας χώρος τα όρια του οποίου επεκτείνονται μέχρι εκεί που επεκτείνεται η υφική ένταση της ιδεολογικής του υπόστασης. Πρόκειται δηλαδή για μια υφολογική επικράτεια [9]: από το Κολωνάκι μέχρι την περιοχή πλησίον των οδών Ρηγίλλης και Ηρώδου Αττικού, περιοχές πολύ υψηλών κοινωνικών στρωμάτων αλλά και τοποθεσίες των πλέον θεσμοθετημένων συμβόλων εξουσίας: το Πρωθυπουργικό Μέγαρο (Μέγαρο Μαξίμου) και το Προεδρικό Μέγαρο (Νέα Ανάκτορα).
Ο δρόμος της Β. Σοφίας είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα για τη σχέση της ιδεολογίας με την εξουσία στο πεδίο του αστικού λόγου, καθώς και για την αφηγηματική δυναμική του δρόμου στη μετωνυμική του σχέση με την πόλη. Ο δρόμος ως πυκνωτής και καθρέφτης μιας τάξης και μιας ταξινομίας είναι «καθαρός» από θύλακες «αταξίας» και καταστάσεις «εξαίρεσης» (Σταυρίδης: 2010). Δεν έχει αστέγους, δεν έχει σημεία συγκέντρωσης μεταναστών, εγκαταλελειμμένα και κατειλημμένα κτίρια, όπως έχουν για παράδειγμα η «φυσική συνέχειά» της, η Πανεπιστημίου και η επόμενη «συνέχειά» της, η θρυλική Πατησίων. Δεν είναι τυχαίο πως ο μοναδικός κινηματογράφος, ως σημείο «υποχρεωτικής συνάντησης» (Μεταξάς, 1997: 180) βρίσκεται ακριβώς στο τέλος του δρόμου. Δύο σημεία έντασης τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως «τόποι συγχρωτισμού» είναι οι δύο σταθμοί του μετρό: ο σταθμός του Μεγάρου Μουσικής και του Ευαγγελισμού. Και εδώ όμως η ένταση διοχετεύεται κυρίως κάτω από το έδαφος. Μοιάζει λοιπόν σαν να μη δέχεται ο δρόμος αυτός την ένταση του πλήθους και να την απωθεί στο εσωτερικό των κτιρίων της για χάρη της εικόνας η οποία πρέπει πάση θυσία να παραμείνει λαμπερή και να προφυλαχθεί. Αν η μεταμοντέρνα συνθήκη επιβάλλει τη διάσωση του μη-απεικονίσιμου, το «γλωσσικό παιχνίδι» εδώ επιβάλλεται να είναι ορατό και εύληπτο σε τέτοιο βαθμό ώστε παύει πια να είναι «παιχνίδι» παραμένοντας έτσι καθομιλούμενο. Από εδώ ο νεωτερικός της χαρακτήρας. Στο δρόμο αυτό δεν χωρά η αβεβαιότητα, αλλά η συνθήκη της κανονικότητας. Από εδώ και η ηγεμονία της. Η Β. Σοφίας δεν είναι απλώς ένας δρόμος, αλλά ένα σύνολο τόπων που συνθέτουν ένα αυτόνομα δυναμικό ιδεολογικό περίγραμμα με τη δική του εξουσιαστική δομή και γλώσσα. Ο δρόμος αυτός είναι γένος, αλλά δεν έχει είδος, γι’ αυτό και εγγράφεται στην τάξη της ετερότητας, μιας και στη μετωνυμία η διαφορά είναι εξαρχής δεδομένη. Και παρά το γεγονός ότι η εξουσία του ως προς το αφηγηματικό καθεστώς δεν πηγάζει από μια παντογνωσία, εντούτοις αναδύεται μέσα από το παράδοξο που συγκροτείται από τη θεμελιώδη μετωνυμία που αναφέρθηκε και που συνίσταται στο ότι καθώς ο δρόμος αυτοβιογραφείται, «μιλά» δηλαδή για τον εαυτό του, η εστίαση είναι η πόλη, ενώ όταν προσπαθεί να αφηγηθεί για την πόλη η εστίαση αφορά στον εαυτό του.
Τελικά δεν υπάρχει ως προς την αισθητικοποίηση της εξουσίας καμία διαφορά για τον χαρακτήρα της υφικής έντασης που υποβάλλεται τόσο από την πλαστική καθαρότητα, σύμβολο ενός εθνικού πουρισμού, στην αρχή του δρόμου με τα Ανάκτορα και τα πολλά νεοκλασικά όσο και από την ιδεολογία της ευθείασης στο τέλος του δρόμου με τους δύο Πύργους, μια ευθείαση που παραπέμπει μεταφορικά στην «αποφασιστικότητα της εξουσίας να βαδίσει σταθερά και «ευθέως», καθώς δεν είναι προφανώς τυχαία και η εποχή που ανεγέρθηκε (Μεταξάς, 2003: 113) (φωτ. 40). Το ρεπερτόριο της υλικής ρητορικής της αποτελείται τόσο από νεοκλασικίζουσα αρχιτεκτονική κτιρίων συσσώρευσης εξουσίας, όσο και από μια σειρά μοντέρνα κτίρια δημόσιων θεσμών με γυάλινες προσόψεις, ψευδαίσθηση μιας διαφάνειας που θέλει το βλέμμα να μην εμποδίζεται (Μεταξάς, 1997) (φωτ. 41-42).Ο αξιακός χαρακτήρας της ρητορικής αυτής, όταν δεν εξαντλείται σε μια ανακύκλωση τυποποιημένων θραυσμάτων του παρελθόντος από παραδειγματικά τοπόσημα, συγκροτείται από αναπαραστάσεις με σαφές κοινωνικό πρόσημο. Κάτι τέτοιο απεικονίστηκε πολύ παραστατικά και στην υφολογική επικράτεια του δρόμου, στην οδό Ηρώδου Αττικού, στην τελευταία σκηνή της πολυβραβευμένης ταινίας του Γιώργου Τζαβέλλα, Η Κάλπικη Λίρα, ένδειξη ότι η αστική εμπειρία δεν είναι ατομική συνθήκη, αλλά εμπλέκει υποκειμενικότητες, εμπλέκει σχέσεις κοινωνικά ανταγωνιστικές.
Αλλά, αν οι μετωνυμίες των δρόμων ανήκουν στην πόλη, οι μεταφορές τους ανήκουν πάντα στον αναγνώστη της.
[1] Σύμφωνα με τον Ανδρέα Γιακουμακάτο (2004: 13), ο όρος νεοκλασικισμός είναι λανθασμένος γιατί δεν ανταποκρίνεται ούτε ιδεολογικά ούτε χρονικά στο κίνημα του ευρωπαϊκού νεοκλασικισμού που εξαντλείται οριστικά με τις ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 1848.
[2] Η πρώτη ημερομηνία μέσα στις παρενθέσεις αναφέρεται στο έτος ολοκλήρωσης της κατασκευής, έπειτα αναφέρεται η διεύθυνση και τέλος ο αρχιτέκτονας, στην περίπτωση που ο τελευταίος δεν αναφέρεται μέσα στο κείμενο.
[3] Ο Γιώργος Σαρηγιάννης (2005) σημειώνει πως μεταξύ του 1930 και του 1940 στο κέντρο της Αθήνας και στις υψηλών εισοδημάτων παρυφές του χτίστηκαν 625 νέες πολυκατοικίες, οι αγοραστές των οποίων ανήκαν στα υψηλά οικονομικά στρώματα, όπως άλλωστε και οι αρχιτέκτονες που έκαναν τις μελέτες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Κωνσταντίνου Κιτσίκη. Πρβλ και Χρίστος Ιακωβίδης (1982: 48-74).
[4] Σύμφωνα με τον Uri Margolin (2009: 61-79) ο χαρακτήρας σε ένα αφήγημα μπορεί να εμφανιστεί είτε με ένα όνομα, είτε με μια περιγραφή είτε με προσωπικές αντωνυμίες.
[5] Οι άλλοι τρεις είναι ο άξονας των αντικειμένων που αφορά στη σχέση του λόγου με τα στοιχεία εκτός του λόγου, ο άξονας των εννοιών που αφορά στη σχέση του λόγου με άλλους λόγους και ο άξονας των θεματικών που αφορά στη διερεύνηση του λόγου με την εξουσία. Βλ. Κύρκος Δοξιάδης (2008: 179-188).
[6] «Σα φίδι τεράσιο μοιάζει, που αποκοιμήθηκε ανάμεσα σε τρία βουνά, με το λαιμό χυμένο προς τη θάλασσα, και τα λέπια του παιζογυαλίζουν. Χαμένος, κοιτάζει. Πότε έγινε τούτο το ανεξήγητο; Χρόνια τώρα, ζώντας στην ίδια τούτη πολιτεία, κυκλοφορεί κι αυτός στο αίμα της, το μενεξελί και νεανικό, που εμψυχώνει τις αρτηρίες της. Πηγαίνει, έρχεται, δουλεύει, χαίρεται και πονάει, κι όμως θα’ λεγες πως δε νιώθει τίποτα από τον περίγυρό του» (Τερζάκης, 2006: 54).
[7] Δεν είναι τυχαίο πως ακόμα και στην πορεία για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου στις 17 Νοέμβρη ο έστω αρνητικός συμβολισμός της Αμερικάνικης Πρεσβείας κινείται περίπου στα ίδια επίπεδα έντασης, αποτύπωσης και φόρτισης με τον ίδιο τον συμβολισμό της επετείου, συχνά δε τον υποκαθιστά. Η χωρική διάσταση είναι έκδηλη αφού είναι χαρακτηριστικό ότι τα ρεπορτάζ των ειδήσεων την ημέρα εκείνη δε γίνονται κατά την έναρξη της πορείας, αλλά στη λήξη της, στην Αμερικάνικη Πρεσβεία.
[8] Πρβλ, Λουί Αλτουσέρ (1983: 115).
[9] Ο όρος υφολογική επικράτεια είναι εμπνευσμένος από την έννοια της λειτουργικής επικράτειας που προτείνει ο Κύρκος Δοξιάδης (1995: 39), προσδιορίζοντάς την ως το χώρο εκείνο που τα όριά του είναι λειτουργικά και όχι πραγματολογικά, μέχρι εκεί που οι άνθρωποι λειτουργούν ως φιλελεύθερα-ορθολογικά υποκείμενα.
[10] Κεντρική εικόνα (banner photo): Μακέτα για το Ξενοδοχείο Χίλτον. Πηγή: www.lifo.gr
Ανδριόπουλος, Θ. (2019) Ο δρόμος ως λογοτεχνικός χαρακτήρας στο αφήγημα της πόλης: η Βασιλίσσης Σοφίας, στο Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/άρθρο/λεωφόρος-βασιλίσσης-σοφίας/ , DOI: 10.17902/20971.86
Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) (2015) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/ , DOI: 10.17902/20971.9
Η Αθήνα βρίσκεται πρώτη στη λίστα των ελληνικών πόλεων όπου αναπτύχθηκε έντονα ο ιδιαίτερος κτηριακός τύπος της πολυκατοικίας της αντιπαροχής. Οι κεντρικοί δήμοι της οικοδομήθηκαν εντατικά τις τρεις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες ‘50-‘70 με το μοντέλο της πολυκατοικίας και μέσω του μηχανισμού της αντιπαροχής. Σήμερα, 40 χρόνια μετά από την περίοδο της εντατικής αυτής οικοδόμησης, η εικόνα της πόλης ελάχιστα έχει αλλάξει. Το άρθρο υπογραμμίζει ότι οι μεταπολεμικές πολυκατοικίες, παρά την απαξίωση που βιώνουν ήδη από τις δεκαετίες ‘80-‘90 λόγω της ποιοτικής υποβάθμισης των συνθηκών κατοίκησης στις κεντρικές περιοχές και τη φυγή κατοίκων προς τα μέχρι τότε αραιοκατοικημένα προάστια (Μαλούτας, 2000), παρουσιάζουν συνεχή κατοίκηση καθώς αποκτούν νέους χρήστες, προερχόμενους από τις ίδιες ή άλλες κοινωνικές ομάδες.
Οι πολυκατοικίες της αντιπαροχής που χτίστηκαν τις τρεις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες ‘50-‘70 στην Αθήνα [1] παραμένουν σήμερα ίδιες στον αριθμό αλλά γερασμένες και, κυρίως, απαξιωμένες.
Η απαξίωση του κυρίαρχου κτηριακού τύπου της Αθήνας εγείρει ερωτήματα. Ποιο μπορεί να είναι το φυσικό τέλος μιας τέτοιας οικοδομής; Υπάρχει ή θα υπάρξει σταδιακή εγκατάλειψη των πολυκατοικιών; Μπορούν οι αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των πολυκατοικιών να αναστρέψουν τη φθίνουσα πορεία; (Μαντουβάλου, Μπαλλά, 2004)
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια στροφή του ενδιαφέροντος γύρω από το μέλλον της αθηναϊκής πολυκατοικίας κυρίως στους ακαδημαϊκούς κύκλους και, σταδιακά, το συγκεκριμένο κτήριο από το περιθώριο μπαίνει στο ερευνητικό στόχαστρο.
Το παρόν άρθρο εξετάζει τις προθέσεις των σημερινών χρηστών [2] της πολυκατοικίας και το βαθμό στον οποίο αυτές προεικονίζουν (ή όχι) μια σταδιακή εγκατάλειψή της. Καταγράφει στιγμιότυπα κατοίκησης και κατοχής προσπαθώντας να απαντήσει στο εξής ερώτημα: παρουσιάζει η αθηναϊκή μεταπολεμική πολυκατοικία συνεχή κατοίκηση μέχρι σήμερα παρά τη σταδιακή φυγή ενός σημαντικού αριθμού κατοίκων του κέντρου της Αθήνας ήδη από τις δεκαετίες ‘80 και ‘90;
Τα συμπεράσματα είναι αποτέλεσμα έρευνας [3] μικρής κλίμακας σε τρεις πολυκατοικίες στην ευρύτερη περιοχή του Παγκρατίου και του Δήμου Καισαριανής, βασισμένης σε συνεντεύξεις με ενοίκους διαμερισμάτων [4]. Οι τρεις πολυκατοικίες είναι τυπικά παραδείγματα εργολαβικής οικοδόμησης μέσω αντιπαροχής. Διαφέρουν σε μέγεθος, γεγονός που σχετίζεται με τις διαφορετικές γεωμετρίες των διαθέσιμων προς αντιπαροχή οικοπέδων (Γράφημα 1).
Πολυκατοικία Α: Παγκράτι | υπερυψωμένο ισόγειο, 3 όροφοι, 2 ρετιρέ, δώμα | 10 διαμερίσματα | 9 συνεντεύξεις | αποπεράτωση 1972
Πολυκατοικία Β: Καισαριανή | υπερυψωμένο ισόγειο, 3 όροφοι, 2 ρετιρέ, δώμα | 24 διαμερίσματα | 17 συνεντεύξεις | αποπεράτωση 1973
Πολυκατοικία Γ: Καισαριανή | υπερυψωμένο ισόγειο, 4 όροφοι, δώμα | 20 διαμερίσματα | 5 συνεντεύξεις | αποπεράτωση 1974
Αν και τα μεγέθη των διαμερισμάτων ποικίλουν, οι πυκνότητες είναι πολύ μικρές, με μόλις ένα τετραμελές νοικοκυριό και μόνο ένα δυάρι με περισσότερους από δύο ενοίκους (Γράφημα 2). Ακραίες περιπτώσεις θεωρούνται τα 2 πεντάρια και τα 6 τεσσάρια διαμερίσματα με μόλις έναν ή δύο ενοίκους.
Η ιδιοκατοίκηση υπερτερεί της ενοικίασης με αναλογία 20/11. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η πολυκατοικία Β, όπου το 70% της ιδιοκατοίκησης είναι συνεχής από το 1972 (Γράφημα 3). Αν συνυπολογιστούν και τα διαμερίσματα που κατέχουν οι οικοπεδούχοι και είτε τα νοικιάζουν είτε τα διατηρούν κενά, τότε προκύπτει ότι τουλάχιστον 14 στα 24 διαμερίσματα έχουν σταθερό ιδιοκτήτη από το 1972 μέχρι σήμερα. Στην ίδια πολυκατοικία, αξιοσημείωτη είναι και η συγκέντρωση των ενοικιαστών στους χαμηλούς ορόφους ενώ όλοι οι ένοικοι των διαμερισμάτων στους ψηλότερους ορόφους, στον 3ο και στα δύο ρετιρέ, ιδιοκατοικούν.
Σχετικά με τις ηλικιακές ομάδες στις 3 πολυκατοικίες, παρατηρείται μια ισοδύναμη σχεδόν παρουσία ατόμων άνω των 50 και ατόμων μεταξύ 20 και 50 ετών, με αναλογία 20/18, ενώ μικρή είναι η παρουσία παιδιών και ατόμων κάτω των 20 ετών, σε μόλις 4 από τα 38 διαμερίσματα (Γράφημα 4).
Και ενώ φαίνεται να κυριαρχεί η χρήση της κύριας κατοικίας, με τη χρήση της δευτερεύουσας να αποτελεί εξαίρεση σε 8 από τα 40 διαμερίσματα (Γράφημα 5), οι ηλικίες των ενοίκων έρχονται να δώσουν μια πρώτη ερμηνεία. Οι 7 στις 8 περιπτώσεις δευτερεύουσας κατοικίας αφορούν άτομα άνω των 50. Οι 5 εξ αυτών κάνουν συνεχή χρήση του διαμερίσματος από την ολοκλήρωση της οικοδομής μέχρι σήμερα. Εδώ υπονοείται μια συγκεκριμένη κατηγορία νοικοκυριού. Πρόκειται, μάλλον, για νέες οικογένειες που αγοράζουν τα διαμερίσματα τη δεκαετία του 1970 για να ιδιοκατοικήσουν, μεγαλώνουν τα παιδιά τους και σήμερα μένουν μόνοι σε αυτά ενώ τα παιδιά έχουν αλλάξει κατοικία έχοντας αποκτήσει πλέον τη δική τους οικογένεια. Στα 4 μεγάλα διαμερίσματα από τα 8 επαληθεύεται αυτή η υπόθεση, ενώ έτσι εξηγούνται και οι μικρές πυκνότητες που παρατηρήθηκαν στο Γράφημα 1. Σήμερα, οι ηλικιωμένοι γονείς κατοικούν κάποιες μέρες του χρόνου στο ιδιόκτητο διαμέρισμα στην περιοχή μελέτης και τις υπόλοιπες μέρες κατοικούν είτε σε ιδιόκτητη εξοχική κατοικία εντός Αττικής είτε στο διαμέρισμα της οικογένειας του παιδιού τους όπου βοηθάνε στη φροντίδα των εγγονιών τους.
Σχετικά με την οικογενειακή κατάσταση, πιο συχνά εμφανίζεται η κατηγορία των ανύπαντρων ενοίκων, ηλικίας μεταξύ 20 και 50 ετών (Γράφημα 6). Στη συνέχεια, ισοβαθμούν οι εξής τρεις κατηγορίες νοικοκυριών: τα ζευγάρια με παιδιά που μένουν μαζί, τα ζευγάρια με παιδιά που μένουν αλλού και τα ζευγάρια χωρίς παιδιά. Από τα 6 άτεκνα ζευγάρια που καταγράφονται μόνο το ένα είναι ικανά νεαρό ώστε να μεταπηδήσει μελλοντικά στην κατηγορία ζευγάρι με παιδιά. Τα νοικοκυριά με παιδιά που μένουν αλλού είναι ζευγάρια των οποίων τα ενήλικα παιδιά έχουν μεγαλώσει στο παρόν διαμέρισμα, δηλαδή στο «πατρικό» που θα κληρονομήσουν, καθώς και τα 6 αποτελούν περιπτώσεις ιδιοκατοίκησης. Παρά τη σχεδόν ισόρροπη παρουσία των ηλικιακών ομάδων μεταξύ 20 και 50 και άνω των 50, η δεύτερη τείνει να διευρύνεται. Χαρακτηριστικά, σε 2 νοικοκυριά τα ενήλικα παιδιά συγκατοικούν ακόμα με τους γονείς τους αλλά στο άμεσο μέλλον, σύμφωνα με τις συνεντεύξεις, πρόκειται να αλλάξουν κατοικία με τη νέα τους οικογένεια αυξάνοντας έτσι ακόμα περισσότερο τα ποσοστά των ενοίκων άνω των 50 ετών. Θα μπορούσε αυτό να ληφθεί ως μια ένδειξη σταδιακής γήρανσης του πληθυσμού των ενοίκων.
Στο διάγραμμα ιδιοκατοικούντων και ενοικιαστών σε συνδυασμό με τα ηλικιακά δεδομένα (Γράφημα 7), η αναλογία για τους άνω των 50 ετών είναι 16/3 ενώ για τους μεταξύ 20 και 50 ετών είναι 8/8. Προκύπτει εδώ ότι οι άνω των 50 έχουν καταφέρει να εξασφαλίσουν ιδιόκτητα διαμερίσματα μέσα από την εργασιακή τους δραστηριότητα ή τα περιουσιακά τους στοιχεία, ενώ η επόμενη ηλικιακά ομάδα ιδιοκατοικεί σε ίσο ποσοστό με εκείνο που ενοικιάζει. Για αυτή την αντίθεση στα ποσοστά ιδιοκατοίκησης η ηλικιακή διαφορά φαίνεται να δίνει μια πρώτη ικανή ερμηνεία.
Η πολυπληθέστερη ομάδα των ανύπαντρων μεταξύ 20 και 50, σε ένα σύνολο 11 διαμερισμάτων, διαμορφώνει τη σχέση ιδιοκατοίκηση/φιλοξενία/ενοικίαση σε αναλογία 3/3/5. Λαμβάνοντας τη φιλοξενία ως μια μορφή ιδιοκατοίκησης (καθώς όλες οι περιπτώσεις φιλοξενίας αφορούν παιδιά που φιλοξενούνται στο ιδιόκτητο διαμέρισμα των γονέων τους) η αναλογία ιδιοκατοίκηση/ενοικίαση διαμορφώνεται σε 6/5, δηλαδή σχεδόν ισόρροπα.
Απομονώνοντας τους ιδιοκατοικούντες, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτούς και τους φιλοξενούμενους, και ανιχνεύοντας τους τρόπους πρόσβασης στην ιδιοκατοίκηση, προκύπτει μια άλλη διακριτή κατηγορία οικογενειακού προγραμματισμού, αυτή της πρόσβασης στην ιδιοκατοίκηση νεαρών ατόμων μέσω της κληρονομιάς (Γράφημα 8).
Αν η πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση μέσω της αντιπαροχής αφορά σχεδόν αποκλειστικά τους σημερινούς ενοίκους άνω των 50 ετών, ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι για τις ηλικίες 20 με 50 η ιδιοκατοίκηση είναι αποτέλεσμα είτε κληρονομιάς από γονείς ή παππούδες, είτε φιλοξενίας, είτε συγκατοίκησης με γονείς με τους δεύτερους να είναι και οι νόμιμοι ιδιοκτήτες.
Αυτό καθιστά τις προθέσεις της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας κρίσιμες καθώς αυτά τα άτομα θα είναι οι ιδιοκτήτες και άρα διαχειριστές των διαμερισμάτων στο άμεσο μέλλον. Η συνέχιση της ιδιοκατοίκησης στο παρόν διαμέρισμα, η διάθεσή του προς ενοικίαση ή η πώλησή του είναι δική τους απόφαση. Αυτή η ηλικιακή ομάδα θα επηρεάσει τον ιδιοκτησιακό χάρτη των πολυκατοικιών τα επόμενα χρόνια.
Προκύπτει ότι, σήμερα, οι νέοι δεν επενδύουν στο διαμέρισμα του κέντρου χωρίς όμως να αποκλείουν την ιδιοκατοίκηση αν η πρόσβαση σε αυτό δεν απαιτεί ύπαρξη κεφαλαίου. Εδώ, πιθανώς αντανακλάται και η υπεροχή της ιδιοκατοίκησης έναντι της ενοικίασης στις προτιμήσεις των ελληνικών νοικοκυριών (Κουβέλη, Σακελλαρόπουλος, 1984).
Μέσω της φυσικής απώλειας ανθρώπων άνω των 50 ετών, οι νεότερες γενιές αποκτούν ιδιόκτητη στέγη την οποία κληρονομούν από τους εκλιπόντες γονείς ή παππούδες τους. Αυτή η εισροή νεότερων ατόμων στην πολυκατοικία τείνει να αντισταθμίζει τη διαφαινόμενη γήρανση του πληθυσμού που σχολιάστηκε παραπάνω με αφορμή το Γράφημα 6. Ενήλικα παιδιά που φεύγουν από το πατρικό τους για να κατοικήσουν αλλού με τις δικές τους οικογένειες και νεαρά άτομα που έρχονται στην πολυκατοικία για να ιδιοκατοικήσουν στο διαμέρισμα που κληρονόμησαν: αντίρροπες μετακινήσεις που φαίνεται να διατηρούν την ηλικιακή ισορροπία στη μεταπολεμική αθηναϊκή πολυκατοικία.
Στο Γράφημα 9, απεικονίζονται δύο περίοδοι κατοίκησης της πολυκατοικίας Β, η πρώτη στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 και η δεύτερη από το 2010 μέχρι σήμερα. Εικονογραφείται η σταδιακή γήρανση των ενοίκων και η εν μέρει ηλικιακή ανανέωση. Εξετάζονται μόνο τα νοικοκυριά που ιδιοκατοικούν συνεχώς μέχρι σήμερα. Στο Σχήμα 9 αποδίδεται και το μέγεθος των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας Β προκειμένου να γίνεται αντιληπτή και η πυκνότητα κατοίκησης στο καθένα από αυτά. Οι διαφορές μεταξύ των δύο εξεταζόμενων χρονικών περιόδων είναι πολύ έντονες. Κατά την πρώτη περίοδο (δεκαετίες 1970 και 1980), τα διαμερίσματα κατοικούνται από πυρηνικές οικογένειες με ένα έως τρία ανήλικα παιδιά ή από ηλικιωμένα ζευγάρια. Από το 2010 μέχρι σήμερα, τα περισσότερα διαμερίσματα κατοικούνται από τον ή τους ηλικιωμένους πλέον γονείς και αποτελούν για αυτούς όχι κύρια κατοικία αλλά δευτερεύουσα. Από τα παιδιά που μεγάλωσαν και σήμερα είναι ενήλικες μεταξύ 20 και 50 συναντώνται μόλις δύο, ενώ μια ανανέωση του πληθυσμού προκύπτει από την εγκατάσταση των εγγονών των τότε ηλικιωμένων ζευγαριών που επιλέγουν να ιδιοκατοικήσουν στο διαμέρισμα που κληρονόμησαν.
Στο Γράφημα 10 απεικονίζεται η ζωή του κάθε διαμερίσματος από τη στιγμή που κατασκευάζεται μέχρι σήμερα. Καταγράφεται το πότε και πώς αποκτάται από τον ιδιοκτήτη, με ποιον τρόπο το χρησιμοποιεί, αν ιδιοκατοικεί, αν το νοικιάζει, αν το κληροδοτεί σε κάποιον συγγενή, αν φιλοξενεί μέλη της οικογένειας ή τέλος αν το πουλάει σε αγοραστή. Μελετώντας προσεκτικά τον πίνακα προκύπτουν οι ακόλουθες παρατηρήσεις.
Τα διαμερίσματα παρουσιάζονται κενά για πολύ μικρά διαστήματα. Όταν δεν γίνεται χρήση από τον ιδιοκτήτη μέσω ιδιοκατοίκησης ή φιλοξενίας, σχεδόν πάντα ενοικιάζονται. Η ενοικίαση συναντάται σε όλη την εξεταζόμενη χρονική περίοδο σε αντίθεση με τις πωλήσεις. Συγκεκριμένα, οι πωλήσεις είναι συγκεντρωμένες κυρίως στην πρώτη δεκαετία του 1970 και ακόμα περισσότερο τη χρονιά αποπεράτωσης της οικοδομής. Καμία πώληση δεν σημειώνεται μετά το 2008 ενώ στο χρονικό ενδιάμεσο, τις δεκαετίες 1980 και 1990, σημειώνονται διάσπαρτες πωλήσεις. Συχνή είναι και η απόκτηση διαμερίσματος μέσω κληρονομιάς, όπου ο νέος ιδιοκτήτης συχνά ιδιοκατοικεί. Αυτή η περίπτωση συναντάται συχνά την περίοδο μετά το 2000 και πιο συγκεκριμένα από το 2010 και μετά οπότε μπορεί να σχετίζεται με την οικονομική κρίση. Πιο συγκεκριμένα, και τα 4 καταγεγραμμένα νοικοκυριά που έτυχαν κληρονομιάς (Γράφημα 8), λόγω οικονομικής δυσχέρειας επιλέγουν να φύγουν από την μέχρι πρότινος ενοικιαζόμενη κατοικία ώστε να ιδιοκατοικήσουν. Η ιδιοκατοίκηση μπορεί να επιφέρει αναγκαστικά αλλαγή γειτονιάς ή χαμηλότερη ποιότητα κατοίκησης στο πλέον ιδιόκτητο αλλά παλιό διαμέρισμα. Έναντι αυτών των αρνητικών χαρακτηριστικών υπερισχύει η απαλλαγή του ενοίκου από την καταβολή ενοικίου.
Χαρακτηριστική κατηγορία διαμερισμάτων αποτελούν και αυτά που ενοικιάζονται σε όλη την εξεταζόμενη χρονική περίοδο. Είναι διαμερίσματα που αγοράστηκαν για επένδυση. Η αρχική αγορά τους δεν ήρθε να καλύψει κάποια άμεση στεγαστική ανάγκη, όσο να δημιουργήσει (μέσω της ενοικίασής τους) ένα συμπληρωματικό εισόδημα για τον ιδιοκτήτη τους. Πολύ συχνά, οι ιδιοκτήτες αυτών των διαμερισμάτων διαμένουν στην επαρχία και επιθυμούν την κατοχή ενός διαμερίσματος στην πρωτεύουσα. Όταν προκύψει ανάγκη, το συγκεκριμένο διαμέρισμα θα φιλοξενήσει μέλη της οικογένειας για τις σύντομες ή μη επισκέψεις στην πρωτεύουσα ή μπορεί να αποτελέσει και μελλοντικά φοιτητική στέγη για τα ενήλικα παιδιά. Είναι ένα πολυλειτουργικό διαμέρισμα που παρακολουθεί τις εξελισσόμενες ανάγκες της οικογένειας του ιδιοκτήτη του. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και διαμερίσματα που αποκτήθηκαν μέσω της αντιπαροχής, πέραν αυτού στο οποίο ιδιοκατοικεί ο άλλοτε οικοπεδούχος. Είναι τα μικρά και σε χαμηλό όροφο διαμερίσματα που προορίζονταν από την αρχή της εργολαβικής ανταλλαγής για το σκοπό αυτό.
Προκύπτει ότι το διαμέρισμα, είτε μικρό είτε μεγάλο, είτε ιδιοκατοικείται είτε ενοικιάζεται, καταλήγει πάντα να αξιοποιείται από τον ιδιοκτήτη ανάλογα με τις αλλαγές στον οικογενειακό προγραμματισμό. Καταγράφεται λοιπόν, μια τάση διαρκούς κατοίκησης των διαμερισμάτων, και όχι μια τάση ερήμωσης και εγκατάλειψης που μπορεί να έχει διατυπωθεί ή καταγραφεί στο παρελθόν (Εμμανουήλ, 2007). Μια τέτοια αρνητική άποψη μπορεί να επηρεάζεται από τη γερασμένη εικόνα των μεταπολεμικών αθηναϊκών πολυκατοικιών εξαιτίας της ελλιπούς συντήρησης και άρα της αναμενόμενης υλικής τους φθοράς. Παρά την υλική φθορά όμως τα παραμελλημένα αυτά κτήρια παραμένουν ζωντανά και πολύβουα κύτταρα της πόλης.
Το Γράφημα 11 απεικονίζει μετακινήσεις ενοίκων για τις δεκαετίες 1980 έως και 2010 εντός της Αττικής. Η αναλογία εισροές/εκροές προς και από τις περιοχές μελέτης Καισαριανή και Παγκράτι έχει ως εξής: 1/2 το 1980, 2/3 το 1990, 2/8 το 2000, 3/2 το 2010. Ήδη από τη δεκαετία του 1980, σημειώνεται η πρώτη μετακίνηση προς παραθεριστική κατοικία στο Σούνιο, σε μία προνομιούχα περιοχή της Αττικής μέχρι και σήμερα. Η δεύτερη εκροή αφορά οικογένεια που πούλησε το διαμέρισμα στο κέντρο, εντός των περιοχών μελέτης, για να αγοράσει αντίστοιχο στο τότε προάστιο της Αγίας Παρασκευής. Αυτά τα περιστατικά είναι ενδεικτικά της αρχής της κάμψης της πολυκατοικίας των κεντρικών δήμων της Αθήνας. Τη δεκαετία του 1990, οι εκροές αφορούν εξοχική κατοικία στην ανατολική Αττική, στη Ραφήνα και στη Λούτσα, από μεσήλικες ενοίκους, όπως και στην περίπτωση της εκροής προς το Σούνιο. Η δεκαετία του 2000 παρουσιάζει τις περισσότερες μετακινήσεις και τις περισσότερες εκροές. Όλες πραγματοποιούνται από νεαρά ζευγάρια που παντρεύονται και επιλέγουν νέο τόπο κατοικίας. Η Γλυφάδα, το Νέο Ηράκλειο, τα Βριλήσσια, το Χαλάνδρι, το Πικέρμι, ο Νέος Κόσμος και το Γαλάτσι είναι τέτοια παραδείγματα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ίδια δεκαετία και προς τις εισροές. Οι εισροές αυτές δεν οφείλονται σε κακή προηγούμενη συνθήκη σε σχέση με την περιοχή ή την κατοικία όσο στη δυνατότητα πρόσβασης σε ιδιόκτητο διαμέρισμα. Η οικονομική δυσχέρεια των τελευταίων χρόνων της δεκαετίας, οπότε και σημειώνονται αυτές οι εισροές προς τις περιοχές μελέτης, οδηγούν στην εκμετάλλευση του διαμερίσματος μέσω της ιδιοκατοίκησης. Ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος επιλέγει να το ιδιοκατοικήσει, αν μέχρι πριν το διατηρούσε κενό ή το ενοικίαζε, για να βελτιώσει την οικονομική του κατάσταση θυσιάζοντας ίσως μια πιο καλή γειτονιά αλλά με το πλεονέκτημα της εγγύτητας στο κέντρο, όπως ειπώθηκε και παραπάνω. Η τελευταία δεκαετία, εν μέσω οικονομικής κρίσης, αποτελεί τη μόνη περίοδο κατά την οποία οι εισροές ξεπερνούν τις εκροές. Οι εκροές πλέον προς τη νότια ή την ανατολική Αττική, όπως και στην προηγούμενη δεκαετία, δεν αφορούν τόπους παραθερισμού αλλά τόπους μόνιμης κατοικίας.
Η κινητικότητα είναι δεδομένη σε όλη την εξεταζόμενη χρονική περίοδο, με εντάσεις και υφέσεις. Οι κύριοι λόγοι των μετακινήσεων είναι, κατά τις πρώτες δεκαετίες, η απόκτηση παραθεριστικής κατοικίας, αργότερα η δημιουργία νέου νοικοκυριού από νεαρά άτομα ενώ τα τελευταία χρόνια της κρίσης η δυνατότητα πρόσβασης στην ιδιοκατοίκηση.
Μέσα από τη σύντομη αυτή έρευνα, σκιαγραφήθηκαν κάποια συγκεκριμένα προφίλ ενοίκων, ιδιοκτητών και φιλοξενούμενων της τυπικής αθηναϊκής πολυκατοικίας που μπορούν, ως ένα βαθμό, να ομαδοποιηθούν. Οι πρώτοι ένοικοι, ηλικιωμένοι πλέον, που παραμένουν στα διαμερίσματα των πολυκατοικιών αυτών, ενώ τα παιδιά τους κατοικούν με τις δικές τους οικογένειες σε άλλες περιοχές, συνήθως ακριβότερες, ηλικιωμένοι ένοικοι, επίσης από τους πρώτους, που πλέον διαμένουν αλλού, συνήθως εκτός κέντρου, σε κάποια παραθεριστική κατοικία που μετέτρεψαν σε κύρια, αλλά επισκέπτονται το κέντρο και διατηρούν το διαμέρισμα ως δευτερεύουσα κατοικία, νεαρά άτομα που εν μέσω οικονομικής κρίσης έφυγαν από το νοίκι και ήρθαν στη γειτονιά για να ιδιοκατοικήσουν στο διαμέρισμα που κληρονόμησαν.
Τα διαμερίσματα της μεταπολεμικής πολυκατοικίας, αν και γερασμένα λόγω περιορισμένης συντήρησης, δεν έπαψαν να παίζουν καθοριστικό ρόλο στον οικογενειακό προγραμματισμό της ελληνικής οικογένειας κατά τη διάρκεια των 50 και πλέον χρόνων παρουσίας τους. Αν και με εμφανώς μικρότερες πυκνότητες και με έντονη την απουσία νεαρών ατόμων με ανήλικα παιδιά, τα διαμερίσματα συνεχίζουν να κατοικούνται και να προσαρμόζονται στα εκάστοτε στεγαστικά και οικονομικά δεδομένα. Σε όλη τη διαδρομή τους μέχρι σήμερα, αξιοποιήθηκαν από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες με τρόπο που είτε κάλυπτε στεγαστικές ανάγκες είτε πρόσθετε ένα επιπλέον έσοδο στο νοικοκυριό. Οι ένοικοί τους βρίσκονται σε συνεχή κινητικότητα μέσα στην πόλη από και προς αυτά με διαφορετικά κίνητρα ανά ηλικιακή ομάδα. Συμπεραίνεται λοιπόν ότι η αθηναϊκή πολυκατοικία δεν εγκαταλείπεται αλλά, κυρίως, υφίσταται διαρκείς αλλαγές που την κρατούν ζωντανή. Επιπλέον, ο γερασμένος πληθυσμός της αθηναϊκής πολυκατοικίας, μέσα από πρόσφατες εισροές νεότερων κατοίκων, ανανεώνεται ηλικιακά.
Αυτή η συνεχής κινητικότητα ενοίκων από και προς την αθηναϊκή πολυκατοικία συμπληρώνουν την εικόνα της που σίγουρα δεν είναι εικόνα εγκατάλειψης αλλά διαρκών μεταλλαγών. Η μεταπολεμική πολυκατοικία είναι παρούσα στη ζωή της πόλης όσο και αν το παραβλέπουμε. Η ερευνητική προσέγγιση αυτού του κτηρίου παρουσιάζει έντονο ενδιαφέρον και κρίνεται απαραίτητη για τις συζητήσεις γύρω από το μέλλον της Αθήνας.
[1] Σχετικά με την εντατική μεταπολεμική ανοικοδόμηση της Αθήνας βλ. (Burgel, 1976), (Μαντουβάλου, 1988), (Μαρμαράς, 1991), (Μπίρης, 1966)
[2] Ως χρήστες εννοούνται οι ενοικιαστές, οι ιδιοκτήτες και οι φιλοξενούμενοι. Ως φιλοξενία νοείται η παραχώρηση διαμερίσματος για κατοίκηση από τον ιδιοκτήτη σε τρίτο άτομο ενώ ο ιδιοκτήτης κατοικεί είτε στο εν λόγω είτε σε άλλο διαμέρισμα.
[3] Το άρθρο βασίζεται στη διπλωματική εργασία της συγγραφέα που εκπονήθηκε το 2016 στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος ΔΠΜΣ «Αρχιτεκτονική-Σχεδιασμός του Χώρου», «Πολεοδομία & Χωροταξία», με επιβλέποντες καθηγητές τους Μάρκου Μαρία και Ησαΐα Δημήτρη.
[4] Στη διεξαγωγή της έρευνας σημαντική ήταν η συμβολή των εξής βιβλιογραφικών αναφορών, (Καμούτση, Μαλούτας, 1986), (Κουβέλη, 1986), (Κουβέλη, Σακελλαρόπουλος, 1984)
Κουτουμάνου, Α. (2018) Χρήση και κατοχή διαμερισμάτων στην αθηναϊκή πολυκατοικία της αντιπαροχής, στο Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/άρθρο/χρήση-και-κατοχή-διαμερισμάτων-στην-π/ , DOI: 10.17902/20971.84
Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) (2015) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/ , DOI: 10.17902/20971.9
Η γέννηση της συνοικίας
Το εργοστάσιο φωταερίου ιδρύθηκε το 1857 σύμφωνα με το βασιλικό διάταγμα του Όθωνα, με το οποίο παραχωρούνταν στον Γάλλο επιχειρηματία François Theophile Feraldi το δικαίωμα εγκατάστασης και λειτουργίας μονάδας φωταερίου.
Η μονάδα παραγωγής φωταερίου υπήρξε η πρώτη στην πόλη της και η πρώτη της ελληνικής επικράτειας. Το εργοστάσιο αεριόφωτος συνδέθηκε άμεσα με τη ζωή της πόλης, αφού άλλαξε καθοριστικά την καθημερινότητά της, φωτίζοντας τους κεντρικούς αθηναϊκούς δρόμους. Οι νέοι φανοί του φωταερίου αύξησαν το αίσθημα της ασφάλειας σε όσους κυκλοφορούσαν στη νυχτερινή Αθήνα. Η μεγαλύτερη, όμως, αλλαγή που αναμενόταν από τον φωτισμό με φωταέριο ήταν η ευρωπαϊκή αίγλη, την οποία φαίνεται πως αποζητούσε ένα μέρος του πληθυσμού της Αθήνας από τα μέσα του 19ου αι. κι εξής (Σκριπ 25 Δεκεμβρίου 1895).
Μετά την ανέγερση του αεριόφωτος στην περιοχή, που άρχισε το 1857 και ολοκληρώθηκε σχεδόν έναν αιώνα αργότερα με την τμηματική προσθήκη των διαφόρων κτηρίων, δημιουργείται, δυτικά από αυτό, ένας αυθαίρετος συνοικισμός, το Γκαζοχώρι (Στογιαννίδης&Χατζηγώγας 2013: 53). Όπως προδίδει και η ονομασία του, ο οικισμός άρχισε να συστήνεται μετά τη λειτουργία του εργοστασίου. Στις πηγές του 19ου αι. και των αρχών του 20ού αιώνα συναντάται άλλοτε ως Γκαζοχώρι και άλλοτε ως συνοικία Αεριόφωτος ή Φωταέριο [1]. Πριν από την ίδρυση της μονάδας φωταερίου, η ευρύτερη αυτή περιοχή (Γκαζοχώρι-Βοτανικός-Ρουφ) βρισκόταν εκτός των ορίων της πόλης και καλυπτόταν κυρίως από αγρούς και έλη.
Πράγματι, σε χάρτη του 1852, η περιοχή δυτικά της πλατείας Ομονοίας και βορείως της οδού Πειραιώς είναι ουσιαστικά ακατοίκητη και έρημη. Σχεδόν 20 χρόνια αργότερα, σε χάρτη του 1875 εμφανίζεται το εργοστάσιο αεριόφωτος και τα πρώτα κτήρια της περιοχής.


Η ονομασία Γκαζοχώρι καταγράφεται ήδη από το 1885 στον ημερήσιο τύπο, καθώς η περιοχή περιγραφόταν ως εστία πυρετών, μηνιγγίτιδας και τύφου (Το Άστυ 29 Δεκεμβρίου 1885). Μάλιστα, οι γιατροί-μέλη της Ελληνικής Ιατρικής Εταιρείας σε συνεδρίασή τους το 1900, αναφέρονται στη λεγόμενη «επιδημία του Γκαζοχωρίου» που έλαβε χώρα το 1885-86 και αναφέρονται σε σπασμωδικό κακοήθη πυρετό που έπληξε κυρίως τα παιδιά της συνοικίας η οποία, όπως τονίζεται, διαθέτει ελώδεις εστίες. Σε σατυρικό τετράστιχο της εποχής που απευθυνόταν στους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς αναφέρεται:
|
«Να τους πης ότι πεθαίνουν χίλιοι δυο στο Γκαζοχώρι, να τους πης πως πάλι μένουν οι φρικτοί εκείνοι φόροι, να τους πης πως φόβος είνε μήπως έφθασε η ημέρα να δεχθούν και αι Αθήναι την ισπανική χολέρα» (Ασμόδαιος 25 Αυγούστου 1885). |
Η συνοικία για αρκετές δεκαετίες ανέλαβε τον ρόλο του χώρου υποδοχής νεοεισερχόμενων μεταναστών και προσφύγων. Το 1897 πρόσφυγες από την Κρήτη εγκαταστάθηκαν στο Γκαζοχώρι (Εμπρός 28 Νοεμβρίου 1897).
Το 1906 και το 1916 οι επιδημίες της ευλογιάς σημείωσαν αρκετά θύματα και στο Γκαζοχώρι (Εμπρός 30 Ιανουαρίου 1906). Η απουσία οργανωμένου συστήματος πρόληψης και θεραπείας και η έλλειψη ετοιμότητας απέναντι στις ασθένειες (Bournova, Garden, 2014) από την πλευρά της κρατικής μηχανής οδήγησαν τα φτωχά και τα εργατικά στρώματα της πρωτεύουσας στην αναζήτηση πρακτικών λύσεων. Ακολουθώντας τις οδηγίες των μαιών της συνοικίας, οι κάτοικοι συνόδευαν τα παιδιά τους, που έπασχαν από ασθένειες του αναπνευστικού ως τη βάση των φουγάρων του εργοστασίου για να εισπνεύσουν τις «θεραπευτικές» ιδιότητες των αναθυμιάσεων του κωκ (Στογιαννίδης, 2015: 115-116). Όσοι πάλι έπασχαν από φυματίωση, κατασκήνωναν τα καλοκαίρια στην Πεντέλη (Στογιαννίδης, 2016:382-404). Είναι προφανές ότι η άφιξη προσφύγων στην συνοικία μόνο δραματικές επιπτώσεις είχαν για την υγεία όλων των κατοίκων:
| «…Εις την περιοχήν του αεριόφωτος μεταξύ της οδού Πειραιώς και του εργοστασίου Πουλοπούλου. Να μια νέα κόλαση εντός σχεδόν της πρωτευούσης, κόλαση φρικτή, η οποία έχει αρχίσει από το 1919 και δεν τερματίζεται. Σε μια μεγάλη μάνδρα του αεριόφωτος έχουν εγκατασταθή 325 οικογένειες εκ των Ελλήνων της Ρωσσίας και του Πόντου. Τα μικρά σπιτάκια, όπως του σκοπευτηρίου και του Δουργούτη, τα έχουν κατασκευάση δι’ εξόδων των, αλλά δεν αντέχουν πλέον να ζούν και να κοιμούνται εκεί μέσα.
Ανάμεσα στο συνοικισμό υπάρχουν δυο αποθήκες και εκεί στεγάζονται, εκεί κυρίως δολοφονούνται, τριάντα πέντε οικογένειες. Τ’ αποχωρητήρια ελάχιστα κι εδώ, ανεπαρκούν, εκχειλισμένα, από παντού έρχεται η βρώμα και ο θάνατος. Οι κάτοικοι του συνοικισμού αγωνιούν και οι τριγύρω έχουν χάση την υπομονήν και την υγεία των. Μοιάζουν ανάμεσα στην μάνδρα σαν κατάδικοι και εξόριστοι, προγεγραμμένοι από την ζωήν των άλλων ανθρώπων.» (Ελεύθερον Βήμα, 20 Σεπτεμβρίου 1928). |
Χρειάστηκε να περιμένουν μέσα στις παράγκες ακόμα μερικά χρόνια μέχρι να μεταγκατασταθούν στις απαλλοτριωμένες εκτάσεις της περιοχής του Αγίου Σάββα. Οι αυξημένοι ρύποι του εργοστασίου φωταερίου ολοκλήρωσαν την εξαθλίωση, στην οποία ήδη ζούσαν τα εργατικά στρώματα της περιοχής. Στις 15 Ιουνίου του 1931, ο Στέφανος Στεφάνου καταγγέλλει στο Ελεύθερον Βήμα την ανυπαρξία συστήματος περισυλλογής σκουπιδιών στην Αθήνα χαρακτηρίζοντάς την «απέραντη σκουπιδούπολη» και υποδεικνύοντας το Γκαζοχώρι ως μια από τις συνοικίες που η έλλειψη καθαριότητας υπερβαίνει τα όρια ανοχής:
| «Πηγαίνετε εις το Γκαζοχώρι να ιδήτε τι γίνεται. Είνε η βρωμερωτέρα συνοικία της πόλεως. Οι δρόμοι γεμάτοι σκουπίδια και μέσα εις χώρους μανδρωμένους σωροί και λόφοι σκουπιδιών. Δυσοσμία αφόρητος, μυίγες, σκνίπες, κουνούπια, όλα τα έντομα του κόσμου… εκείνο που θέτει εις πραγματικόν και διαρκή κίνδυνον την υγείαν των κατοίκων, είνε η εκκένωσις των κάρρων καθαριότητος εντός κατοικουμένων περιοχών ή εις ελαχίστην απ’ αυτών απόστασιν, όπως συμβαίνει εις το Γκαζοχώρι, …» |
Ο Κώστας Μπίρης περιέγραφε τη συνοικία ως «…ένα σύμφυρμα καλυβιών και αθλίων παραπηγμάτων… αληθής Κόλασις δυστυχίας και διαφθοράς» (Μπίρης 1966: 202).
Σύμφωνα με τους κατοίκους εσωτερικοί μετανάστες από τη Μάνη, τη Θεσσαλία, την Κεφαλονιά, την Κέρκυρα και τα νησιά του Αιγαίου συνέχισαν να συρρέουν ως τα μέσα του 20ού αι. δημιουργώντας έναν πολυπολιτισμικό οικιστικό πυρήνα (Μαρτυρία Ζ.Ρ., Αρχείο Προφορικών Μαρτυριών Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου). Η επιλογή του Γκαζοχωριού ως τόπου πρώτης εγκατάστασης στην Αθήνα συνδεόταν και με την περιθωριακή θέση που κατείχε η συνοικία σε σχέση με τον βασικό πολεοδομικό ιστό της πόλης. Η πολεοδομική υπερορία της συνοικίας επέτρεπε την ανέγερση πρόχειρων προσωρινών παραπηγμάτων με μικρό κόστος και συγχρόνως τη διαφυγή από το βλέμμα των ελεγκτικών μηχανισμών.
Πέρα από τα συχνά κρούσματα επιδημιών, το Γκαζοχώρι συνδέθηκε και με μία ακόμη δραστηριότητα· την πορνεία. Η αστυνομική διάταξη του Απρίλη του 1894 «Περί κοινών γυναικών και οίκων ασωτίας» τοποθετούσε τα χαμαιτυπεία της Αθήνας «πλησίον των καταστημάτων του Αεριόφωτος». Στην ίδια διάταξη περιγραφόταν μία τριπλή ταξινόμηση των κοινών γυναικών, σύμφωνα με την οποία στην τρίτη και τελευταία τάξη κατατάσσονταν όσες κατοικούσαν και εργάζονταν στα πορνεία του Αεριόφωτος (Δρίκος 2002: 174-175). Η τοποθέτηση των πορνών της συνοικίας του Αεριόφωτος στην τρίτη βαθμίδα της ταξινόμησης, ίσως, και να συνδέεται με την υβριστική φράση που επικράτησε και στα μεταγενέστερα χρόνια «πόρνη του γκαζιού» (Μαρτυρία Ζ.Ρ., Αρχείο Προφορικών Μαρτυριών Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου). Το 1897 καταγράφηκε στο αστυνομικό δελτίο η σύλληψη δύο σωματέμπορων, που προσπάθησαν να πουλήσουν μία 16χρονη υπηρέτρια «εις τους δυσώνυμους οίκους του Αεριόφωτος» (Εμπρός 10 Ιουλίου 1897). Δύο μήνες αργότερα ένας δάσκαλος από τα Μέθανα συνελήφθη στο Γκαζοχώρι, ενώ διαπραγματευόταν την «πώληση» της γυναίκας του στους οίκους ανοχής (Εμπρός 7 Σεπτεμβρίου 1897). Τα δύο περιστατικά δεν επιβεβαιώνουν μόνο την παρουσία των πορνείων στην περιοχή αλλά ίσως και μία άνθιση της δραστηριότητας στο τέλος του 19ου αι. Η πορνεία στο εξής θα αποτελέσει συνώνυμο του Γκαζοχωριού, με αποτέλεσμα το 1900 ο Τύπος να αναφέρεται στις πόρνες της συνοικίας ως «οι γυναίκες του Γκαζοχωρίου» (Εμπρός 15 Μαΐου 1900). Είναι ενδιαφέρον ότι σε απάντηση του Ιατροσυνεδρίου προς το Υπουργείο Εσωτερικών, το 1905, περί κρυφίων οίκων ανοχής, δεν αναφέρεται το Γκαζοχώρι ενώ δηλώνεται ότι διατηρούνται τέτοιες επιχειρήσεις σε οδούς του Κεραμεικού (Θερμοπυλών, Λεωνίδου, Κεραμεικού, Καλλέργη, Δεληγιώργη) και της Ομονοίας (Αγίου Κωνσταντίνου, Σατωβριάνδου, Αχαρνών, Ζήνωνος, Βερανζέρου, Σολωμού και Γαμβέτα). Ίσως επειδή θεωρείται ήδη ως περιθώριο της πόλης. Πολλά χρόνια αργότερα, σε χρονογράφημα του δημοσιογράφου και γραμματέα του Ελευθερίου Βενιζέλου Στέφανου Στεφάνου αναφέρεται ως «το ενδιαίτημα των κοινών γυναικών. “Πάμε στο γκάζι”, έλεγαν οι στρατιώται και οι κλητήρες με την κόκκινη γιακέττα και το βούρδουλα στο χέρι» (Ελεύθερον Βήμα, 9 Ιουνίου 1929).
Στο Γκαζοχώρι αναζητούσαν καταφύγιο διαρρήκτες και ληστές, ενώ συχνές ήταν και οι συμπλοκές (Εμπρός 31 Δεκεμβρίου 1895, 23 Οκτωβρίου 1927, 30 Ιουνίου 1962). Στις ένοπλες συγκρούσεις συχνά εμπλέκονταν και στρατεύσιμοι, των οποίων η σταθερή παρουσία στην περιοχή συνδεόταν πέραν από την ύπαρξη των στρατώνων Μηχανικού πιθανά και με τους οίκους ανοχής (Σκριπ 23 Νοεμβρίου 1903).
Το Γκαζοχώρι όμως ως λαϊκή, εργατική συνοικία έγινε σκηνικό στο οποίο διαδραματίστηκαν πολλές αιματηρές ερωτικές ιστορίες:
| «Όταν είσαι ένας νέος ακμαίος, με ζωήν και εργάζεσαι εις ορειχαλκουργείον από πρωίας μέχρι νυκτός και σε τρώγει η δουλειά, η φωτιά και κολυμπάς στον ιδρώτα και πεθαίνεις εις το αμόνι και σου πιάνεται η αναπνοή στο φυσερό, είναι αδύνατον να μην ερωτευθής ένα ζευγάρι ματιών που περνούν απ’ εκεί όπου συ σφυροκοπάς τον μπρούτζο και το σίδερο. Κάτι τέτοιο συνέβη εις τον εικοσαετή τότε ορειχαλκουργόν Αριστείδην Τριανταφυλλόπουλον, ν’ αγαπήση προ τετραετίαν ένα ζεύγος ματιών, που ανήκον εις την δεκαπενταετή τότε Κατίναν Ξένου…»
( Ελεύθερον Βήμα, 5 Οκτωβρίου 1924). |
| «Εικοσιοκτώ χρονώ άντρας ο Σταμάτης. Μια Θοδώρα βρέθηκε στο δρόμο του. Στα εικοσιέξη αυτή… .Μαυραγορίτες και οι δυο συνεταιρίστηκαν στο εμπόριο… Ερωτευμένος ο Σταμάτης, τεχνίτρα η Θοδώρα νοιώθει την αδυναμία του και τον βασανίζει… Για να προλάβει το κακό της κόβει το νήμα της ζωής. Απάνω στα δυο πτώματα που έφραξαν το στενό δρομάκο, σκόνταψαν το πρωί οι διαβάτες της οδού Σωφρονίου»
(Ελεύθερον Βήμα, Π. Παλαιολόγος, 6 Φεβρουαρίου 1943) |
Εκτός όμως αυτής της παραβατικότητας, το εργατικό περιβάλλον ευνοούσε και τη διάδοση των κομμουνιστικών ιδεών και άρα και τις συμπλοκές με την αστυνομία της εποχής:
| ‘Η εις Γκαζοχώρι συμπλοκή των κομμουνιστών, τι διεπιστώθη’
Η υπηρεσία του τμήματος γενικής ασφαλείας η ασχολουμένη με την δίωξιν των κομμουνιστών, συνεχίζουσα τας ανακρίσεις σχετικώς με την γενομένην χθες εις τον συνοικισμόν Αεριόφωτος συμπλοκήν μεταξύ αστυνομικών και κομμουνιστών, εξηκρίβωσε τα εξής: Τα εις τον άνω συνοικισμόν διαμένοντα κομμουνιστικά στοιχεία εισέπραττον παρά των κατοίκων μικρά χρηματικά ποσά προς ενίσχυσιν των ανέργων κομμουνιστών και προς ενίσχυσιν του ταμείου του κομμουνιστικού κέντρου. Επίσης είχον υποχρεώση τους κατοίκους ν’αγοράζουν τον «Ριζοσπάστην». Κατόπιν τούτου η αστυνομία ενήργησεν αιφνιδιαστικήν έρευναν και προέβη εις την σύλληψιν αρκετών εξ αυτών. Κατά την διάρκειαν της ερεύνης προεκλήθη συμπλοκή μεταξύ αστυνομικών και κομμουνιστών, καθ’ ήν αντηλλάγησαν υπερ τους 50 πυροβολισμοί, τραυματισθέντος ενός αστυνομικού και του κομμουνιστού Δημάκου. Βραδύτερον άλλη ομάς κομμουνιστών επειδή επίστευεν ότι οι «σύντροφοί» των συνελήφθησαν κατόπιν καταδόσεως του προέδρου του συνοικισμού κ. Χαραλαμπίδου επετέθη κατ’ αυτού και τον εξυλοκόπησεν. Εκ των κομμουνιστών συνελήφθησαν πέντε. (Αθηναϊκά Νέα, 6 Ιουνίου 1933) |
Τα φαινόμενα κοινωνικής παρέκκλισης και ποινικής παραβατικότητας επιβεβαίωναν για ακόμη μία φορά τη συμβολική χωροθέτηση της συνοικίας στο περιθώριο της πόλης. Το Γκαζοχώρι συνδέθηκε για 56 χρόνια (1901-1957) και με τη λαχαναγορά της Αθήνας, η οποία στεγαζόταν δίπλα από το εργοστάσιο φωταερίου στη γωνία των οδών Πειραιώς και Ιεράς Οδού [όπου σήμερα ο χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων για το μετρό]. Η εγκατάσταση της λαχαναγοράς στις αρχές του 20ού αιώνα φαίνεται πως συνδέθηκε πέρα από την εμπορία οπωροκηπευτικών και με την άνθιση της εμπορίας χασίς, καθώς οι λεγόμενοι «χασισοπότες» σύχναζαν στις ταβέρνες και στα μαγειρεία που αναπτύχθηκαν περιφερειακά της λαχαναγοράς. Η ρητορική που προσδιόριζε το Γκαζοχώρι ως εστία επικίνδυνων και ανήθικων δραστηριοτήτων φαίνεται να εξασθενεί σταδιακά μετά τον Μεσοπόλεμο. Η ιδιαίτερη έμφαση που σημειώθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα στις παραβατικές συμπεριφορές συνδέεται πιθανότατα τόσο με μία μεγαλύτερη διάδοση αυτών των φαινομένων όσο και με τη ρητορική περί ηθικής καθαρότητας και εξυγίανσης, η οποία κυριάρχησε στον λόγο των ιατρών, επιθεωρητών εργασίας, κοινωνιολόγων, υγιεινολόγων (Platt 2000: 194-222).
Γενικά, οι συνοικίες που δημιουργούνται δυτικά και νοτιοδυτικά της Αθήνας, όπως η Πειραιώς (σημερινά Κάτω Πετράλωνα), το Γκαζοχώρι, το Χεζολίθαρο (σημερινό Μεταξουργείο), η Ακαδημία Πλάτωνος, η Ιεράς Οδού (συνοικισμός Ελαιοτριβεία), εξαιτίας της γειτνίασης με την οδό Πειραιώς, δηλαδή τον εμπορικό δρόμο που οδηγεί στον Πειραιά, συγκέντρωσαν από νωρίς εμπορικές και βιοτεχνικές δραστηριότητες και κατοικούνταν στην πλειονότητά τους από μάλλον χαμηλά εισοδηματικά στρώματα.
Η περιοχή εντάχτηκε στο σχέδιο πόλεως το 1880 και το σχέδιο ένταξης ακολουθούσε κατά βάση τους υπάρχοντες παλαιούς δρόμους. Ξεκινώντας από το Γκαζοχώρι, η οδός Ορφέως διασχίζει τον Ελαιώνα ακολουθώντας την παμπάλαια χάραξη της «Στράτας της Κούλουρης», του δρόμου προς την Σαλαμίνα, τον οποίο περπάτησε και ο περιηγητής ΕβλιγιάΤσελεμπί.
Το 1908, στον Πίνακα του Α. Γεωργιάδη στον οποίο απεικονίζεται η πρώτη επίσημη διαίρεση της Αθήνας σε συνοικίες, οι περισσότεροι δρόμοι της περιοχής του Γκαζοχωρίου δεν φέρουν καν κάποια επίσημη ονομασία. Στον εμπορικό Οδηγό του Νικολάου Ιγγλέση του 1928 εμφανίζονται μόνο 24 δρόμοι έναντι 38 σημερινών.
Μέχρι πάντως το 1940 ο οικισμός φαίνεται να ανήκει στη συνοικία του Κεραμεικού αλλά διάφοροι δρόμοι της φέρονται να ανήκουν επίσης στη συνοικία Ιεράς Οδού (που εκτείνονταν από Ιεράς Οδού 21 έως την αρχή της Ευμολπιδών), στη συνοικία Κειριάδων (που άρχιζε από την οδό Πειραιώς 150-152 και έφτανε έως τους Στρατώνες Μηχανικού και το Σταθμό φόρου διοδίων).
Ο οικισμός Γκαζοχώρι-παρότι δεν υπάρχει μία σαφής οριοθέτηση αφού τοπόσημο ήταν το εργοστάσιο του αεριόφωτος- ορίζεται μάλλον από τις οδούς Πειραιώς, Κωνσταντινουπόλεως, Πέτρου Ράλλη και Ιερά Οδό.
Ωστόσο η χρήση της Πέτρου Ράλλη ως ένα από τους 4 δρόμους που ορίζουν το Γκαζοχώρι δεν είναι προφανής τουλάχιστον για την περίοδο μέχρι τη δεκαετία του 1950. Σε χάρτες του πρώτου μισού του 20ού αιώνα όπως αυτός του 1944 ως όριο φαίνεται μάλλον η Βασιλείου του Μεγάλου ενώ σε χάρτη του 1958, ως όριο, φαίνεται μάλλον η οδός Εχελίδων.
Το Γκαζοχώρι ήταν ένας οικισμός χωρίς ενοριακή συγκρότηση. Δυο εκκλησίες, του Αγίου Βασιλείου Ρουφ και της Αγίας Τριάδος Κεραμεικού είναι τοποθετημένες στα δυο άκρα, το δυτικό και το ανατολικό του Γκαζιού, αλλά καμία από τις δυο δεν είναι πράγματι μέσα στον οικισμό. Ακόμα και αυτή του Αγίου Βασιλείου που τυπικά είναι εντός των «ορίων» του Γκαζοχωριού δεν είναι ενοριακός ναός αλλά παρεκκλήσι του Εκκλησιαστικού Ορφανοτροφείου Βουλιαγμένης.
Το Γκαζοχώρι είναι μια συνοικία χωρίς πλατείες. Οι κάτοικοί του αναγνωρίζουν μόνον μια «πλατεία»: τη μικρή πλατεία Κούλουρης στο τρίστρατο Στρατονίκης, Ελασιδών και Ορφέως. Η πλατεία Ανοίξεως που βρίσκεται στο άκρο της συνοικίας είναι πολύ πρόσφατη.
Χάρη στους εμπορικούς οδηγούς του Ν. Ιγγλέση μπορούμε να μελετήσουμε την κοινωνικοεπαγγελματική σύνθεση των κατοίκων και τις οικονομικές δραστηριότητες στο Γκαζοχώρι. Στους οδηγούς του 1910 και του 1928 (που είναι και οι πλέον συστηματικοί αφού πιθανότατα χρησιμοποιήθηκαν τα απογραφικά δελτία της απογραφής του πληθυσμού του 1907 και του 1928) καταγράφονται οι επιτηδευματίες και τα καταστήματα συγχρόνως ενώ σ’ αυτούς του 1939 και 1958 καταγράφονται πλέον μόνο τα καταστήματα -με εξαίρεση τα ανώτερα ελεύθερα επαγγέλματα όπως γιατροί και δικηγόροι των οποίων οι ονομαστικοί κατάλογοι με τις διευθύνσεις δόθηκαν μάλλον από τους αντίστοιχους επαγγελματικούς συλλόγους. Έτσι, η ίδια η δομή και τα δεδομένα των οδηγών μας επιβάλλουν και τα όρια της μελέτης της εξέλιξης της κοινωνικοεπαγγελματικής σύνθεσης και των οικονομικών δραστηριοτήτων στο Γκαζοχώρι. Μπορούμε δηλαδή να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη των επαγγελμάτων των ανδρών κατοίκων το 1910 και το 1928 και την εξέλιξη των καταστημάτων ανάμεσα στο 1939 και το 1958.
Σύμφωνα με τον Εμπορικό Οδηγό (Πίνακας 1) του 1910 μόνο 127 άνδρες με κάποιο επιτήδευμα ή ορισμένη θέση εργασίας διέμεναν στη συνοικία. Δεν καταγράφονται ούτε ο γυναικείος πληθυσμός ούτε οι εργάτες του Αεριόφωτος παρά μόνο εξαιρετικά: ο επιθεωρητής αεριόφωτος και ένας φανοποιός αεριόφωτος. Καταγράφονται επίσης δυο σιδηρουργοί και ένας μηχανικός χωρίς όμως να δηλώνεται αν εργάζονται στο εργοστάσιο.
Το 1910, καφενεία, μαγειρεία, οινοπωλεία και μικρεμπόριο τροφίμων είναι οι βασικές οικονομικές δραστηριότητες της συνοικίας που συγκεντρώνονται γύρω από το εργοστάσιο σαν τόξο. Οι εκπρόσωποι της ελίτ είναι 3 δικηγόροι και o επιθεωρητής Αεριόφωτος (Χάρτης 4).
Δεν γνωρίζουμε τον πληθυσμό της συνοικίας αυτής αφού οι ελληνικές απογραφές δεν δημοσιεύουν τα αποτελέσματα σε επίπεδο συνοικίας ή γειτονιάς. Γνωρίζουμε μόνο ότι το 1920 συνολικά το Γκάζι-Κεραμεικός-Μεταξουργείο που αποκαλούνταν “Κεραμεικός έξω”, είχε σχεδόν 20.000 κατοίκους, που συγκροτούσαν 4.321 οικογένειες.
Ο πληθυσμός της συνοικίας μάλλον αυξάνεται συνεχώς είτε με την άφιξη εσωτερικών μεταναστών είτε με την έλευση των Μικρασιατών προσφύγων. Στον Εμπορικό Οδηγό του Ν.Ιγγλέση του 1928 (Πίνακας 2), καταγράφονται σχεδόν 1000 επαγγελματίες και καταστήματα στο Γκαζοχώρι ενώ για άλλους 114 που φέρουν ως διεύθυνση την ένδειξη «Λαχαναγορά», θεωρήσαμε ότι δεν κατοικούν στο Γκαζοχώρι (Χάρτης 5).
Η πολυπληθέστερη κατηγορία των τεχνιτών/καταστηματαρχών -που αντιπροσωπεύει τον μισό ενεργό πληθυσμό που κατέγραψε ο συντάκτης του επαγγελματικού Οδηγού το 1928- αφορά κυρίως επαγγέλματα σίτισης δηλαδή καφεπώλες, οινοπώλες, ζυθεστιάτορες και παντοπώλες (Χάρτης 6). Οι επαγγελματίες αυτοί στεγάζονταν σε πολύ μικρούς χώρους και η οικονομική τους κατάσταση δεν διέφερε σημαντικά από τους πελάτες τους. Εξάλλου ο μεγάλος αριθμός τους παραπέμπει σε πολύ μικρές επιχειρήσεις και επιβεβαιώνει τον λαϊκό χαρακτήρα της συνοικίας. Μάλιστα, την ίδια χρονιά στον Τύπο γίνεται λόγος για υπερεπαγγελματισμό στην Αθήνα (Ελεύθερον Βήμα της 5/2/1928 «Η κρίσις των μεγάλων αστικών μας κέντρων – Αθήναι: η πόλις της φαινομενικής ευημερίας») λόγω της μεγάλης αύξησης του αριθμού των παντοπωλών οι οποίοι, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, ενώ το 1920 ήταν 3.116, το 1928 έφτασαν τις 4.755: «Αρκετοί περιέπεσαν εις το στάδιον του προλεταριάτου».
Συγχρόνως η εγγύτητα με τον σιδηροδρομικό σταθμό οδηγεί πολλούς σιδηροδρομικούς να επιλέγουν το Γκαζοχώρι ως χώρο κατοικίας ενώ οι αμαξηλάτες-καραγωγείς αρχίζουν να μειώνονται προς όφελος των οδηγών αυτοκινήτων που πληθαίνουν στην πρωτεύουσα.
Το 1928 καταγράφεται και ένα τμήμα του γυναικείου πληθυσμού της συνοικίας, συνολικά 99 γυναίκες. Μόνον τρεις φέρουν ένα επάγγελμα και πρόκειται για τρεις μαίες. Οι υπόλοιπες αναγράφονται ως χήρες ή οικοκυρές, όπως και στα ληξιαρχικά έγγραφα της εποχής (Χάρτης 7). 
Προφανώς, όλοι οι υπάλληλοι και οι εργάτες του εργοστασίου δεν έμεναν στο Γκαζοχώρι. Ούτε καταγράφηκε όλος ο ενεργός ανδρικός πληθυσμός της συνοικίας στον Οδηγό του Ν. Ιγγλέση αφού οι μεροκαματιάρηδες είναι μάλλον πολύ περισσότεροι των 100 περίπου που αναγράφονται στον πίνακα.
Στις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, σύμφωνα με τον Οδηγό του Ιγγλέση του 1939 (Χάρτης 8) υπάρχουν 4 δημοτικά σχολεία: το 2οο στη διασταύρωση της Μεγάλου Αλεξάνδρου με την Ιερά Οδό, το 21ο στην οδό Ευμολπιδών 39, το 22ο στην οδό Ορφέως και το 23ο στην οδό Δυαλέων. Η Επαγγελματική Σχολή που αναφέρεται είναι μάλλον αυτή της Εφαρμογής Μηχανικού Ρουφ. Το 1939 υπάρχουν ακόμα 3 από τα 6 σανοπωλεία επί της Πειραιώς που υπήρχαν το 1910.
Το 1939 εμφανίζονται, κυρίως στις κεντρικές αρτηρίες, τα συνεργεία αυτοκινήτων και τα μηχανουργεία (Χάρτης 9). Η αύξηση του πληθυσμού της συνοικίας προκάλεσε τη διάχυση του εμπορίου ειδών διατροφής αλλά και των μαγειρείων, οινοπωλείων και καφενείων σε πολλούς δρόμους αλλά κυρίως στους σημαντικότερους άξονες.
Συγχρόνως υπήρχαν πολλά υποδηματοποιεία και επιπλοποιεία-βαρελοποιεία-καρροποιεία και ένα κλωστοϋφαντουργείο, 2 σπορελαιουργεία, ένα σχοινοποιείο, ένα εργοστάσιο μπισκότων, 2 φαρμακεία… Μέσα σ’ αυτό το βιοτεχνικό Γκαζοχώρι στις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου πολέμου ήταν εγκατεστημένοι μόνο λίγοι εκπρόσωποι των ανώτερων ελεύθερων επαγγελμάτων: 3 δικηγόροι και καμιά δεκαριά γιατροί.
Από τους 65 αποθανόντες από πείνα στο Γκαζοχώρι τον χειμώνα του 1941-42 (Χάρτης 10) -σύμφωνα με τα αρχεία του ληξιαρχείου της Αθήνας – οι 18 ήταν νησιώτες, οι 10 κατάγονταν από την Κων/πολη, τη Μικρά Ασία και τον Πόντο, 8 από την κεντρική και βόρειο Ελλάδα και μόνο λίγοι ήταν από Πελοπόννησο (7) και την Στερεά και την Εύβοια (4). Οι υπόλοιποι 16 είχαν γεννηθεί στην Αθήνα. Τόσο οι νησιώτες όσο και οι πρόσφυγες αλλά και οι καταγόμενοι από τη βόρειο Ελλάδα ήταν πολύ μακριά και πρακτικά αποκομμένοι από τον τόπο προέλευσής τους άρα αδυνατούσαν να προμηθευτούν είδη διατροφής και έγιναν τα πρώτα θύματα της πείνας που έπληξε κυρίως την πρωτεύουσα (Μπουρνόβα, 2005) αλλά και όλες τις άλλες ελληνικές πόλεις. Επρόκειτο στην πλειονότητά τους για εργάτες και τεχνίτες. Προφανώς, μπορούμε να υποθέσουμε ότι το Γκαζοχώρι προσέλκυσε πρόσφυγες και εσωτερικούς μετανάστες κυρίως από τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου Πελάγους και δευτερευόντως από τις άλλες περιφέρειες (Μπουρνόβα & Δημητροπούλου, 2015).
Στον Οδηγό του Ν. Ιγγλέση του 1958 (Χάρτης 11) δεν καταγράφονται πλέον παρά εξαιρετικά τα καφενεία, μαγειρεία και οινοπωλεία αλλά ούτε και το μικρεμπόριο και το εμπόριο τροφίμων. Παραλείπονται και τα καταστήματα στη Λαχαναγορά που ήταν το χαρακτηριστικό της περιοχής μέχρι το 1960. Έτσι αναδεικνύεται περισσότερο ο βιομηχανικός χαρακτήρας της συνοικίας: το αυτοκίνητο με τα συνεργεία (Χάρτης 12) και τα μηχανουργεία-σιδηρουργεία (Χάρτης 13) γίνεται η κυρίαρχη οικονομική δραστηριότητα και τοποθετείται κυρίως στα όρια της συνοικίας, στις τρείς μεγάλες οδούς Πειραιώς, Ιερά Οδός και Εχελιδών.

Εκτός από το αυτοκίνητο υπάρχουν όμως και 7 κλωστοϋφαντουργεία, 6 ελαιουργεία, 6 βυρσοδεψεία που ευθύνονται για τις άσχημες οσμές και που συγκεντρώθηκαν κυρίως στην οδό Ορφέως (Χάρτης 14) αλλά και σαπωνοποιεία, μαρμαράδικα, ξυλουργεία κλπ. Όπως και προπολεμικά, έτσι και τώρα, η ελίτ είναι πολύ περιορισμένη: μερικοί δικηγόροι και 13 γιατροί.
Συνολικά, τα ανώτερα ελεύθερα επαγγέλματα στο Γκάζι από τις αρχές του 20ού αιώνα έως το 1960 αφορούν τον τομέα της υγείας και εξαπλώνονται σταδιακά σε όλο τον οικισμό (Χάρτης 15).

Ανεξάρτητα από τις οικονομικές δραστηριότητες που αναδεικνύουν οι Εμπορικοί Οδηγοί του Ν.Ιγγλέση της περιόδου είναι σαφές ότι το Γκαζοχώρι κατοικούνταν από εργάτες, τεχνίτες/μαγαζάτορες και βιοτέχνες: στα τέλη της δεκαετίας του 1950 μόνο οι γιατροί και οι οδοντίατροι που ικανοποιούν τις τοπικές ανάγκες συνεχίζουν να μένουν στην συνοικία και συγκροτούν την ανώτερη κοινωνικοεπαγγελματική κατηγορία της περιοχής.
Από τη δεκαετία του 1960 και εξής, μέλη της μουσουλμανικής κοινότητας της Θράκης εγκαθίστανται στην περιοχή, την ίδια στιγμή που οι παλιοί κάτοικοι αρχίζουν να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και να μετακομίζουν σε άλλες συνοικίες. Αυτό το νέο κύμα εσωτερικών μεταναστών στο Γκάζι συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια και κορυφώθηκε τη δεκαετία του 1980 (Αβραμοπούλου & Καρακατσάνης 2002).
Η Τριπτολέμου στις αρχές του αιώνα συγκεντρώνει μια πλειάδα επαγγελματιών και δραστηριοτήτων. Καταρχάς μια μεγάλη ποικιλία τεχνιτών: 2 βυρσοδέψες, 1 επιπλοποιό, 1 ξυλουργό, 1 ράπτη, 1 σιδηρουργό, 2 τυπογράφους και δυο υποδηματοποιούς, συνολικά μια δεκαριά τεχνίτες κατοικούν σ’ αυτό το δρόμο. Στη συνέχεια συγκεντρώνει ένα σημαντικό αριθμό μικρεμπόρων ειδών τροφίμων: 5 λαχανοπώλες/οπωροπώλες, έναν κρεοπώλη και έναν παντοπώλη/οινοπώλη. Το σκηνικό ολοκληρώνεται με τον καφεπώλη, τον οργανοπαίκτη, τον καραγωγέα, αλλά και τον φανοποιό και τον επιθεωρητή του αεριόφωτος καθώς και τον επιστάτη των φυλακών των Παλιών Στρατώνων (Χάρτης 16 [2]).
Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 (Χάρτης 17) οι κάτοικοι του δρόμου έχουν αυξηθεί σημαντικά χωρίς όμως να παρατηρείται μια σταθερότητα του παλιότερου πληθυσμού του: κανείς από τους προηγούμενους άνδρες δεν φαίνεται να παρέμεινε στη συνοικία επιβεβαιώνοντας τη γεωγραφική κινητικότητα των λαϊκών στρωμάτων που έχει παρατηρηθεί και στις άλλες δυτικές πρωτεύουσες. Από τους τεχνίτες 4 δουλεύουν το ξύλο, 2 υποδηματοποιοί, ένας υδραυλικός, ένας ταπετσέρης και 2 ασχολούνται με την οικοδομή. Η αύξηση του πληθυσμού προκάλεσε την αύξηση των μικροπαντοπωλείων/οινοπωλείων (έγιναν 4), οι λαχανοπώλες είναι 2, οι καφεπώλες 3, οι κουρείς 2 και εμφανίζονται και 3 οδηγοί αυτοκινήτου. Προφανώς η εικόνα συμπληρώνεται και τώρα από τους εργάτες του φωταερίου αλλά και τη μαία, τον μάγειρο, τον έμπορο ψιλικών, τον κηπουρό… Ένας δρόμος με μεγάλη ποικιλία και ζωντάνια. Εκτός από την μαία αναφέρεται μόνο άλλη μια γυναίκα, η Αν. Παλούμπα, χήρα με επάγγελμα τα «οικιακά» που κατοικεί στον ίδιο αριθμό 14 που βρίσκεται και το καφενείο του Αν. Ρούσση αλλά εκεί μένει και ο καφεπώλης Ι. Κούμας. Πρόκειται μάλλον για υποτυπώδεις κατοικίες, δωμάτια σε μια αυλή, και όχι για διώροφα σπίτια όπως στο κέντρο της Αθήνας που φιλοξενούν συνήθως ένα μαγαζί στο ισόγειο και μια κατοικία στον πρώτο όροφο.
Στις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου πολέμου η καταγραφή των επαγγελματιών στην Τριπτολέμου είναι πολύ ελλιπής και περιορίζεται σε μια δεκαριά καταστήματα. Είναι όμως πολύ ενδιαφέρον ότι το 1939 ο Α. Ρούσσης συνεχίζει να διατηρεί το καφενείο του στην ίδια θέση, όπως και ο παντοπώλης/οινοπώλης Γ. Πλατανίτης και ο υποδηματοποιός Δ. Παπαϊωάννου που δεν έχουν μετακινηθεί από την έδρα τους.
Σχεδόν 20 χρόνια αργότερα, το 1958, και παρότι δεν αυξάνονται οι καταγραφές των επαγγελματιών έχουμε την αίσθηση της αλλαγής στη σύνθεση των δραστηριοτήτων: το υφαντήριο των Μ. Βαρβαγιάννη και Ρ. Ναχαμά, ένα κατάστημα ηλεκτρικών ειδών και εγκαταστάσεων και μια επαγγελματική Σχολή της Καίτης Ζωγράφου δηλώνουν την νέα εποχή όχι μόνο για τον δρόμο αλλά και για την ευρύτερη συνοικία. Ωστόσο το παλιό είναι ακόμα εδώ: ένα εργαστήριο επίπλων των Αδελφών Εγγλεζάκη, που είναι στο ίδιο κτιριακό σύνολο με ένα μεταλλουργείο, αλλά και με το κορνιζοποιείο του Α.Τσαντίλη που ήταν εκεί και προπολεμικά. Σχεδόν απέναντι υπήρχε και άλλο σιδηρουργείο αυτό του Σ. Γορδάτου που ήταν ήδη εγκατεστημένο εκεί το 1939. Ο δρόμος όμως έχει πια αλλάξει: τα βυρσοδεψεία έφυγαν και τη θέση τους πήραν άλλες βιοτεχνίες λιγότερο ρυπογόνες και βεβαίως η επαγγελματική Σχολή.
Εκτός από τους παραπάνω, στο Γκαζοχώρι κυκλοφορούν μέχρι την μεταφορά της Λαχαναγοράς το 1960, άλλες δυο πολυπληθείς ομάδες ανδρών: οι μανάβηδες και οι στρατιώτες. Οι πρώτοι φτάνουν πριν τα ξημερώματα για να πουλήσουν στους υπόλοιπους Αθηναίους μανάβηδες τα φρέσκα φρούτα και λαχανικά και οι δεύτεροι για να επισκεφτούν τα «κορίτσια» του Γκαζιού. Φαίνεται όμως από την ύπαρξη 4 σχολείων και από την καταγραφή των «οικοκυρών» και των «χήρων» γυναικών ότι παρότι η συνοικία ήταν κακόφημη, πολλές οικογένειες έμεναν εκεί, συμβάλλοντας στην ποικιλία των κατοίκων του Γκαζοχωριού.
Τη δεκαετία του 1970 οι κάτοικοι οργανώνονται μέσα σε πολιτιστικούς/εξωραϊστικούς συλλόγους, οι οποίοι διεκδικούν την απομάκρυνση του εργοστασίου φωταερίου από την περιοχή. Το εργοστάσιο δεν θα κλείσει τελικά τη δεκαετία του 1970 αλλά θα συνεχίσει τη λειτουργία του ως το 1984 [3]. Στο μεταξύ οι τοπικοί σύλλογοι ενίσχυσαν τη δυναμική τους και η ελληνική κοινωνία ανακάλυψε έναν νέο όρο: «το αθηναϊκό νέφος» (Ριζοσπάστης 16 Σεπτεμβρίου 1982, Ελευθεροτυπία 22 Φεβρουαρίου 1984). Η απομάκρυνση του εργοστασίου φωταερίου έμοιαζε με πολιτικό και κοινωνικό αδιέξοδο. Το 1982 μία ομάδα διαδηλωτών γκρέμισε ως ένδειξη διαμαρτυρίας τμήμα του τοίχου που περιέβαλε το εργοστάσιο (Έθνος 29 Ιουνίου 1982).Το 1986 το εργοστάσιο χαρακτηρίστηκε ιστορικός τόπος από το Υπουργείο Πολιτισμού (Φ.Ε.Κ. 621/Β/26 Σεπτεμβρίου 1986). Από το 1999 κι εξής το Βιομηχανικό Πάρκο «Τεχνόπολις» οριοθέτησε την αλλαγή χρήσεων στην περιοχή. Ο «εξευγενισμός» που γνώρισε η συνοικία στη δεκαετία του 2000 προκάλεσε τη δυσαρέσκεια πολλών κατοίκων, οι οποίοι μολονότι είδαν τις αξίες των οικοπέδων να ανεβαίνουν, βίωσαν την ανάπτυξη των κέντρων διασκέδασης και ψυχαγωγίας ως «βίαιη και άγρια». Το Γκαζοχώρι παρέμεινε για δεκαετίες μία ζωντανή συνοικία της Αθήνας, η οποία κινήθηκε στα όρια της πόλης και του περιθωρίου, στα όρια της παραβατικότητας και της νομιμότητας.
[1] Ο όρος αεριόφως για το φωτιστικό αέριο θα επικρατήσει ως το 1952, οπότε και θα αντικατασταθεί από τη λέξη φωταέριο. Η αλλαγή θα αποτυπωθεί και στην ονομασία της επιχείρησης, η οποία από Δημοτική Εκμετάλλευση Αεριόφωτος Αθηνών θα μετονομαστεί σε Δημοτική Επιχείρηση Φωταερίου Αθηνών (Στογιαννίδης&Χατζηγώγας 2013: 15, 58).
[2]Η χωροθέτηση των διευθύνσεων στην οδό Τριπτολέμου έγινε βάση της σύγχρονης αρίθμησης. Συγκρήσεις με χάρτη του 1954 δίχνουν πως οι αλλαγές στην αρίθμηση και το οικιστικό δίκτυο υπήρξαν περιορισμένες.
[3] Για τα σχέδια μεταφοράς του εργοστασίου φωταερίου σε άλλες περιοχές της Αττικής, βλέπε Στογιαννίδης &Χατζηγώγας 2013: 62-64.
Μπουρνόβα, Ε., Στογιαννίδης, Γ. (2018) Γκαζοχώρι: Ιστορία μίας συνοικίας (1857-1980), στο Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/άρθρο/γκαζοχώρι/ , DOI: 10.17902/20971.85
Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) (2015) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/ , DOI: 10.17902/20971.9
Στο σύνολο της χώρας, η διατροφή αποτελεί τη σημαντικότερη κατηγορία δαπάνης για τα νοικοκυριά και απορροφά το 20,7% των μέσων μηνιαίων δαπανών τους. Για το φτωχότερο 20,0% των νοικοκυριών η δαπάνη για διατροφή απορροφά περίπου το 1/3 του διαθέσιμου εισοδήματος (32,1%) (ΕΛΣΤΑΤ, 2017). Η δραματική μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος, κατά 26,0%, οδήγησε σε ακόμη μεγαλύτερη μείωση της κατανάλωσης τροφίμων (εντός του σπιτιού), κατά 29,4%, την περίοδο 2009-2014 (Χαραλαμπάκης, 2017). Ωστόσο, δεν έχουν γνωρίσει όλες οι κατηγορίες των τροφίμων και όλοι οι τύποι των καταστημάτων την ίδια μείωση.
Η εντυπωσιακή μείωση της αγοράς συνοδεύεται από μεγάλες αλλαγές στα καταναλωτικά πρότυπα. Οι καταναλωτές ψωνίζουν όχι μόνο λιγότερα αλλά και φτηνότερα τρόφιμα. Επιπλέον, στη διάρκεια της κρίσης, οι μεγάλες αλυσίδες τροφίμων έχουν αυξήσει την ελκυστικότητα τους και έχουν κερδίσει μερίδια αγοράς.
Η καταναλωτική δαπάνη για κατηγορίες τροφίμων που συμβάλλουν καθοριστικά σε μια ισορροπημένη διατροφή όπως, το αρνί-κατσίκι (-45%), τα ψάρια (-33%), τα φρούτα (-23,5%) και το νωπό γάλα (-15%), σημείωσε μεγάλη μείωση στη διάρκεια της περιόδου 2009-2016 (ΙΕΛΚΑ, 2017). Παράλληλα, αυξήθηκε με γρήγορους ρυθμούς η κατανάλωση κατηγοριών φτηνών προϊόντων διατροφής, όπως τα όσπρια (+17,8%) αλλά και τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας (ΙΕΛΚΑ, 2017).
Στη διάρκεια της περιόδου 2010-2017, ο Γενικός Δείκτης Κύκλου Εργασιών του Λιανικού Εμπορίου (εκτός των καυσίμων και λιπαντικών), με έτος βάσης το 2010=100, είχε κατρακυλήσει στις 73,7 μονάδες. Την ίδια περίοδο η κατηγορία “μεγάλα καταστήματα τροφίμων”, που περιλαμβάνει τα σούπερ μάρκετ, ακολουθώντας σαφώς πιο ομαλή πτωτική πορεία είχε συγκρατηθεί στις 82,4 μονάδες (γράφημα 1) (ΕΛΣΤΑΤ, 2018). Ειδικότερα, μέσα στην κατηγορία των μεγάλων καταστημάτων, οι μικρότερες αλυσίδες και τα καταστήματα αυτοεξυπηρέτησης γνώρισαν μεγάλη μείωση του κύκλου εργασιών, ενώ οι κορυφαίες αλυσίδες σημείωσαν αύξηση των πωλήσεων. Πιο συγκεκριμένα, οι δυο προπορευόμενες [1] αλυσίδες στη διάρκεια του 2016 σημείωσαν αθροιστικές πωλήσεις € 4,3 δισ. έναντι € 4,0 δισ. την προηγούμενη χρονιά. Αντίστοιχα, το πρώτο εξάμηνο του 2016, η μεγάλη εκπτωτική αλυσίδα που δραστηριοποιείται στη χώρα σημείωσε αύξηση πωλήσεων 11,6%, έναντι του αντίστοιχου εξαμήνου του 2015 (Καθημερινή, 20/08/2016).

Στη διάρκεια της κρίσης οι κορυφαίες αλυσίδες έχουν ισχυροποιήσει τη θέση τους στην αγορά. Η αύξηση των μεριδίων τους πραγματοποιείται με τρεις τρόπους: α) με την πρόσκτηση των μεριδίων αλυσίδων που εξαγοράζουν και την ανακατανομή των μεριδίων αλυσίδων και ανεξάρτητων καταστημάτων που βρέθηκαν εκτός αγοράς, β) με την προσαρμογή των προσφερόμενων προϊόντων και της τιμολογιακής τους πολιτικής στα νέα δεδομένα, μεταξύ άλλων, μέσω προσφορών, ενίσχυσης της γκάμας φθηνότερων προϊόντων και προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, γ) και ίσως περισσότερο σημαντικά, μέσω των νέων στρατηγικών ανάπτυξης του δικτύου των καταστημάτων τους σε όλες τις περιοχές του λεκανοπεδίου.
Σε όλη τη διάρκεια της πεντηκονταετίας 1960-2010, που χαρακτηρίζεται από αδιάκοπη ανάπτυξη της αγοράς των τροφίμων, η μεγάλη και συνεκτική ευρύτερη περιφέρεια της πρωτεύουσας ήταν η προνομιακή αγορά των αλυσίδων. Η Αθήνα εξακολουθεί να διατηρεί την ελκυστικότητα της και την περίοδο της κρίσης.
Την προηγούμενη δεκαετία, 2000-2010, οι κορυφαίες αλυσίδες ισχυροποίησαν την παρουσία τους στην πόλη με τη δημιουργία νέων καταστημάτων μεγάλης κλίμακας κατά μήκος βασικών οδικών αξόνων και σε κεντρικές περιοχές των νέων προαστίων που προέκυψαν από τη ξέφρενη οικοδομική δραστηριότητα της περιόδου. Με τα πρώτα σημάδια της κρίσης άρχισαν να αναπτύσσουν πυκνά δίκτυα μικρών καταστημάτων ευκολίας, σε όλους τους Δήμους της πρωτεύουσας. Την τρέχουσα περίδο, οι τρεις κορυφαίες αλυσίδες, με μικρές αποκλίσεις μεταξύ τους, απέκτησαν ισχυρή παρουσία στο λεκανοπέδιο, (χάρτες 1α & 1β) και, ιδιαίτερα, στις πυκνοκατοικημένες περιοχές των κεντρικών δήμων του πολεοδομικού συγκροτήματος. Οι γειτονιές αυτές προσφέρουν μεγάλη πελατεία ενώ παράλληλα διασφαλίζουν χαμηλό κόστος τροφοδοσίας των καταστημάτων (χάρτης 2) (Pothukushi and Kaufman, 1999).


Είναι σημαντικό να υπογραμμισθεί ότι Οι σημαντικές διαφορές στον αριθμό των καταστημάτων που διατηρούν οι τρεις κορυφαίες αλυσίδες, Σκλαβενίτης, ΑΒ και LIDL, ανά δήμο δεν υποδηλώνουν αντίστοιχες διαφορές στο ύψος των πωλήσεων. Σε μεγάλο βαθμό, αυτές οφείλονται στην ανάπτυξη καταστημάτων διαφορετικών μεγεθών, όπως προκύπτει από την αποτύπωση των καταστημάτων ευκολίας στο δήμο της Αθήνας (χάρτης 3). Οι δυο προπορευόμενες αλυσίδες άρχισαν να αναπτύσσουν πυκνά δίκτυα μικρών καταστημάτων ευκολίας (200 – 400 m2) το 2010, ενώ η εκπτωτική αλυσίδα εξακολουθεί, σε μεγάλο βαθμό, να επεκτείνεται με καταστήματα σούπερ μάρκετ (καταστήματα 800 – 1500 m2).
Τα καταστήματα ευκολίας έχουν μεγάλη επισκεψιμότητα καθόσον ανταποκρίνονται καλύτερα στις απαιτήσεις των καταναλωτών στο πλαίσιο της κρίσης, που συνοψίζονται στην αγορά φτηνότερων και λιγότερων τροφίμων, με μεγαλύτερη συχνότητα και από πιο κοντινούς προορισμούς (Lowe and Wringley, 2010). Όπως είναι φανερό αυτά τα καταστήματα συνιστούν τη μεγαλύτερη απειλή για το τοπικό λιανικό εμπόριο, αφού αναδεικνύονται σε ένα κοινό προορισμό για όλα τα καθημερινά ψώνια, και όχι αποκλειστικά για τα προϊόντα διατροφής. Οι πρόσφατες διατάξεις που εφαρμόστηκαν στο πλαίσιο της απελευθέρωσης των αγορών, όπως η δυνατότητα επέκτασης του ωραρίου και η πώληση προϊόντων αρτοποιείου, έχουν ενισχύσει την ελκυστικότητα τους, με αποτέλεσμα ο αριθμός τους να αυξάνεται αδιάκοπα την τελευταία πενταετία.
Όπως δείχνει το Σχήμα 1, ο Δείκτης Κύκλου Εργασιών της κατηγορίας “Τρόφιμα – Ποτά -Καπνός”, που περιλαμβάνει τα μικρά καταστήματα που πωλούν αποκλειστικά ή συμπληρωματικά τρόφιμα, κατακρημνίστηκε στις 66,5 μονάδες, πολύ πιο κάτω από την τιμή του αντίστοιχου δείκτη των μεγάλων καταστημάτων τροφίμων (82,6), αλλά και του Γενικού Δείκτη του λιανικού εμπορίου (73,7) (ΕΛΣΤΑΤ, 2018). Τα λουκέτα στα ανεξάρτητα μικρά καταστήματα που πωλούν αποκλειστικά ή συμπληρωματικά προϊόντα διατροφής είναι περισσότερα από οποιοδήποτε άλλο εμπορικό κλάδο. Σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Εμπορίου και Υπηρεσιών, το 2014, τα μικρά καταστήματα τροφίμων συμμετείχαν με ποσοστό 5,8% στο συνολικό αριθμό των εμπορικών καταστημάτων της Αθήνας. Δυο χρόνια αργότερα, παρότι η πτώση όλων των μικρών εμπορικών καταστημάτων ήταν ραγδαία, η συμμετοχή τους είχε μειωθεί στο 5,3% (ΙΝΕΜΥ-ΕΣΕΕ, 2016).
Ωστόσο, μια πιο επισταμένη ματιά στα στατιστικά στοιχεία αλλά και η αίσθηση από τις διαδρομές στο κέντρο και στις γειτονιές της πόλης, αποκαλύπτουν ότι η κατηγορία των μικρών καταστημάτων λιανικού εμπορίου τροφίμων χαρακτηρίζεται από αντίρροπες τάσεις.
Η πρόσφατη (10-12/2017) καταγραφή, πόρτα-πόρτα, των καταστημάτων πώλησης τροφίμων σε μια εκτεταμένη περιοχή στο Κουκάκι, που ορίζεται από τους οδικούς άξονες Συγγρού – Χατζηχρήστου – Βεϊκου – Σικελίας και περιλαμβάνει σχεδόν το σύνολο του λιανικού εμπορίου της συνοικίας, αποκάλυψε ότι το λιανικό εμπόριο τροφίμων εξακολουθεί να έχει πολύ ισχυρή παρουσία, μακράν οποιουδήποτε άλλου εμπορικού κλάδου. Δίπλα στα πολλά κλειστά καταστήματα της περιοχής (εικόνα 1), καταγράφηκαν σαράντα πέντα καταστήματα, διάφορων τύπων και μεγεθών, που δραστηριοποιούνται, αποκλειστικά ή συμπληρωματικά, στο λιανικό εμπόριο τροφίμων (χάρτης 4α).
Είναι φανερή η χωροθετική τους προτίμηση σε σημεία υψηλής προβολής και εύκολης πρόσβασης, στις δυο βασικές λεωφόρους, Βεΐκου και Δημητρακοπούλου, και τους δυο πεζόδρομους , Δράκου και Γεωργάκη Ολυμπίου, που διατρέχουν τη γειτονιά.
Στο σύνολο των σαράντα πέντε καταστημάτων, δέκα είναι εταιρικά καταστήματα αλυσίδων μπακαλικής και αρτοποιίας, αριθμός οπωσδήποτε σημαντικός για μια μικρή γειτονιά (χάρτης 4β). Χωρίς αμφιβολία η συμμετοχή τους στις τοπικές πωλήσεις είναι πολλαπλάσια. Πρόκειται για καταστήματα υψηλής επισκεψιμότητας με καθημερινές ανάγκες για τροφοδοσία που επιβαρύνουν σημαντικά τον ήδη αυξημένο κυκλοφοριακό φόρτο της περιοχής. Λόγω έλλειψης κατάλληλων ισόγειων χώρων στο επίπεδο της γειτονιάς, τα καταστήματα αυτά συχνά στεγάζονται σε κτίρια ακατάλληλα για εμπορική χρήση (εικόνα 2). Επίσης, η στέγαση σε μικρές επιφάνειες αναγκαστικά περιορίζει την ποικιλία των προϊόντων που διαθέτουν τα καταστήματα σε επίπεδα αισθητά χαμηλότερα από τους 3.000 – 5.000 κωδικούς που προσφέρει ένα μέσο κατάστημα γειτονιάς (Lowe and Wringley, 2010).
Ωστόσο, δίπλα στους ισχυρούς παίκτες της περιοχής, υπάρχει χώρος για τριάντα πέντε ακόμη ανεξάρτητα μικρά καταστήματα που αντιστέκονται στην ομοιομορφία και την τυποποίηση των εταιρικών αλυσίδων. Τα μικρά καταστήματα δεν συνιστούν μια ομοιογενή ομάδα. Διαφέρουν σημαντικά ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά και τη δυναμική τους. Εννιά από αυτά είναι μικρά εμπορικά καταστήματα (κάβες, ψιλικά) που πωλούν συμπληρωματικά και τρόφιμα εκμεταλλευόμενα την υψηλή επισκεψιμότητα της περιοχής, κυρίως σε ώρες που τα καταστήματα τροφίμων είναι κλειστά. Στα όρια αυτής της μικρής αθηναϊκής γειτονιάς, δραστηριοποιούνται είκοσι έξι ανεξάρτητα αμιγή καταστήματα τροφίμων. Δέκα από αυτά είναι τα γνωστά μας παραδοσιακά μικρά μανάβικα, φούρνοι, κρεοπωλεία, παντοπωλεία και ιχθυοπωλεία που εξακολουθούν, μαζί με την εβδομαδιαία λαϊκή αγορά της γειτονιάς, να απευθύνονται σε μια πιστή πελατεία προσφέροντας υπηρεσίες που τα διαφοροποιούν από τα σούπερ μάρκετ (φιλική εξυπηρέτηση, παράδοση στο σπίτι, άτυπη πίστωση κ.ά.). Στη διάρκεια της κρίσης η εγχώρια προέλευση των προϊόντων τους, έναντι των εισαγόμενων προϊόντων των αλυσίδων, προβάλλεται έντονα από όλα τα μικρά καταστήματα. Η παρουσία εθνικών συμβόλων στις προσόψεις των καταστημάτων, μας υπενθυμίζει ότι στην περίοδο της κρίσης το εθνικό έχει υπερκεράσει το τοπικό (εικόνα 3) (Σκορδίλη, 2016).

Η κατηγορία με τα περισσότερα καταστήματα, δέκα έξι, είναι αυτή που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Πρόκειται για ολότελα νέα καταστήματα που δημιουργήθηκαν μέσα στην κρίση, είτε παραδοσιακά καταστήματα που πρόσφατα αναδιαρθρώθηκαν ριζικά και επανατοποθετήθηκαν στην αγορά με νέα ταυτότητα. Συνήθως η αναδιάρθρωση σχετίζεται με την εμπλοκή της νέας γενιάς στην οικογενειακή επιχείρηση. Τα καταστήματα αυτά γνωστά ως νεομπακάλικα ή καταστήματα τοπικών ή παραδοσιακών τροφίμων, έχουν κάνει ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία τους σε όλες τις γειτονιές της Αθήνας της κρίσης. Οι μικρές ανάγκες σε αρχικό κεφάλαιο και η οικειότητα με το αντικείμενο οδήγησαν νέους και νέες που δεν βρίσκουν άλλη διέξοδο στην αγορά εργασίας, καθώς και μεγαλύτερους/ες που δοκιμάζονται ή απειλούνται από ανεργία, να εμπλακούν σε μικρο-επιχειρηματική δραστηριότητα.
Στην πλειονότητά τους είναι προσεγμένα μαγαζιά, με διακριτικές επιγραφές και καλαίσθητη διακόσμηση (εικόνα 4&5). Σημεία συνάντησης και κοινωνικοποίησης νεότερων και μεγαλύτερων ηλικιών που μοιράζονται κοινά ενδιαφέροντα για την ποιοτική διατροφή, τα τοπικά προϊόντα και τη διατήρηση της μικρής κλίμακας.
Ένας σημαντικός αριθμός από τα καταστήματα τοπικών τροφίμων έχουν πολύ μεγαλύτερη συμβολή από τη μείωση της ανεργίας και την προσφορά τροφίμων υψηλής διατροφικής αξίας. Έχουν ενταχθεί σε βραχείες αλυσίδες αγροδιατροφής και συμβάλλουν καθοριστικά στην επιβίωση χιλιάδων μικρών αγροτικών εκμεταλλεύσεων και τοπικών μικρών μονάδων επεξεργασίας τροφίμων που έχουν αποκλειστεί από τα δίκτυα προμηθευτών των καθιερωμένων σούπερ μάρκετ. Δίνουν διέξοδο στην αγορά σε προϊόντα μικρών παραγωγών και ξεχασμένες τοπικές ποικιλίες που δεν είχαν αντέξει στον ανταγωνισμό από τις ισχυρές μάρκες των μεγάλων εταιριών της αγροδιατροφής. Οι ιδιοκτήτες τους μεσολαβούν ανάμεσα στους παραγωγούς και στους καταναλωτές και είναι σε θέση να μεταφέρουν στους καταναλωτές τα χαρακτηριστικά, την ιστορία και τη διαδικασία παραγωγής τοπικών προϊόντων και, αντίστροφα, γνωστοποιούν στους παραγωγούς τις παρατηρήσεις και απαιτήσεις των καταναλωτών (Renting et al., 2003).
Ωστόσο, η παρατεταμένη κοινωνική και οικονομική κρίση δεν ευνοεί την ένταξη των μικρών καταστημάτων σε βραχείες αλυσίδες Η έλλειψη ρευστότητας και η μειωμένη ζήτηση αναγκάζει τους ιδιοκτήτες να περιορίσουν τις επισκέψεις στην ύπαιθρο για την αναζήτηση νέων προμηθευτών με αποτέλεσμα να εντάσσονται σε δίκτυα χονδρεμπόρων. Παράλληλα, περιορίζουν τη γκάμα των προσφερόμενων προϊόντων και διστάζουν να επεκταθούν σε νέες δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας, παραδείγματος χάρη σεμινάρια μαγειρικής ή διαδικτυακές πωλήσεις. Αναγκαστικά, λοιπόν, αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία τους και λειτουργούν ως συμβατικά μικρά καταστήματα, χάνοντας όλα τα άμεσα και έμμεσα πλεονεκτήματα που μπορούν να αποκομίσουν από τη συμμετοχή τους σε συνεκτικές κοντινές αλυσίδες προμήθειας (Σκορδίλη, 2016).
Το μικρό λιανικό εμπόριο τροφίμων δεν είναι αναχρονισμός, αλλά σημαντικός προορισμός για τα συμπληρωματικά ψώνια. Ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός πόλεων στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική ενισχύουν το μικρό λιανεμπόριο τροφίμων με εξειδικευμένα προγράμματα που εντάσσονται στο γενικότερο Σχεδιασμό για τη Σίτιση των Πόλεων (Food Plans) που καταρτίζει και εφαρμόζει η Τοπική Αυτοδιοίκηση (Morgan, 2012). Η Αθήνα πρέπει, έστω και καθυστερημένα, να αναλάβει δράση με δέσμη μέτρων που θα στοχεύουν στην ενίσχυση της ποικιλομορφίας, τη σύνδεση της πόλης με την αγροτική ενδοχώρα της και τη βελτίωση της διατροφής των κατοίκων.
[1] Οι ανακατατάξεις στην κορυφή της ιεραρχίας των μεγάλων αλυσίδων σουπερ μάρκετ είναι συχνές. Κατά το πρώτο εξάμηνο 2018 οι τρεις προπορευόμενες αλυσίδες, κατά σειράν, Σκλαβενίτης, ΑΒ και LIDL, κυριαρχούν στον κλάδο του λιανικού εμπορίου τροφίμων. Ειδικότερα, οι επιδόσεις τους, στα βασικά μεγέθη δρασηριόητας είναι οι εξής: κύκλος εργασιών (εκτιμήσεις στοιχείων ισολογισμών 31/12/2017), 2.2, 2.1 και 1.0 δισ. ευρώ· αριθμός απασχολούμενων (πλήρους και μερικής απασχόλησης), 23.000, 14.000 και 5.500 εργαζόμενοι/ες και αριθμός (μικρών και μεγαλύτερων) καταστημάτων 550, 370 και 220 αντίστοιχα (στοιχεία από αναζήτηση σε πολλαπλές πηγές, μεταξύ άλλων, FPress 06/01/2018).
[2] Όλες η εικόνες που παρουσιάζονται στο κείμενο αποτελούν φωτογραφικές λήψεις των συγγραφέων
Σκορδίλη, Σ., Φάκα, Α. (2018) Το χωρικό αποτύπωμα της κρίσης στο λιανικό εμπόριο τροφίμων στην Αθήνα, στο Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/άρθρο/λιανικό-εμπόριο-τροφίμων-στην-αθήνα/ , DOI: 10.17902/20971.83
Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) (2015) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/ , DOI: 10.17902/20971.9
Στο πλαίσιο συμμόρφωσης της Ελλάδας με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορούν την εξοικονόμηση ενέργειας και τη μείωση της εκπομπής ρύπων στην ατμόσφαιρα, μια σειρά δράσεων έχουν τεθεί σε εφαρμογή. Η ενεργειακή αναβάθμιση του κτηριακού αποθέματος αποτελεί κύρια μέριμνα. Προκειμένου να διευκολυνθεί η πραγματοποίηση δαπανών σε αυτή την κατεύθυνση, παρέχονται μια σειρά κινήτρων προς τους ιδιοκτήτες. Το πρόγραμμα «Εξοικονόμηση Κατ’ Οίκον» είναι ένα από αυτά και συνίσταται σε ενίσχυση μέσω επιδότησης. Ο πρώτος κύκλος του ολοκληρώθηκε στο τέλος του 2015 ενώ αναμένεται η εκκίνηση του δεύτερου κύκλου. Η διοχέτευση των πόρων και η αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων είναι υψηλής σημασίας για την ουσιαστική μεταβολή του ενεργειακού αποτυπώματος που έχει το κτηριακό απόθεμα.
Στο κείμενο αυτό διερευνάται η χωρική, κοινωνική και οικονομική διάσταση του προγράμματος, μέσα από διαθέσιμα δεδομένα όσον αφορά τη συμμετοχή των ωφελουμένων στο πρόγραμμα, τα οποία δεν έχουν γίνει αντικείμενο επεξεργασίας ως σήμερα. Εντοπίζεται το αποτύπωμά του και η κτηριακή αναβάθμιση που επέφερε στη Μητροπολιτική Αθήνα -δηλαδή στο σύνολο σχεδόν της Περιφέρειας Αττικής- και αξιολογείται ως προς αυτά. Εξετάζονται επιμέρους οι ωφελούμενοι ανά οικονομική κατηγορία, όπως αυτή ορίζεται από τον οδηγό του Προγράμματος, και η πρόσβασή τους στους πόρους του, όπως επίσης η κατανομή στο Λεκανοπέδιο των ιδιοκτησιών που αναβαθμίστηκαν σε σχέση με την ανάγκη αναβάθμισης, όπως αυτή προκύπτει με βάση την παλαιότητα του κτηριακού αποθέματος ανά Περιφερειακή Ενότητα. Τέλος εξετάζεται η κατανομή των πόρων ανά παρέμβαση του προγράμματος, σκιαγραφώντας τη διοχέτευση των πόρων σε εμπορικές δραστηριότητες και επαγγελματικές κατηγορίες. Μέσα από την επεξεργασία των δεδομένων αναδεικνύονται τα προβληματικά σημεία της διαδικασίας σε συνδυασμό με τις ουσιαστικές ανάγκες για ενεργειακή αναβάθμιση.
Η έντονη αστικοποίηση κατά τη μεταπολεμική περίοδο, οι πιέσεις των ιδιοκτητών γης, η ιδιότυπη πολιτική κατοικίας και η χαλαρή πολεοδομική πολιτική, είχαν ως συνέπεια τη συχνά αποσπασματική και ασχεδίαστη συγκρότηση του πολεοδομικού ιστού στο Λεκανοπέδιο (Μαντουβάλου, Μαυρίδου 1993). Το αποτέλεσμα των χαμηλών απαιτήσεων των οικοδομικών κανονισμών, της έλλειψής τους ή και της καταστρατήγησής τους, ήταν -μεταξύ άλλων- κτηριακές εγκαταστάσεις χαμηλών προδιαγραφών και υψηλής ενεργειακής κατανάλωσης (Σαρηγιάννης 1978).
Στην κατεύθυνση αναβάθμισης του ήδη κτισμένου όγκου, ενθαρρύνονται σειρά παρεμβάσεων είτε στο κέλυφος των κτηρίων, είτε στις μηχανολογικές τους εγκαταστάσεις. Το «Εξοικονόμηση Κατ’ Οίκον» είναι ένα πρόγραμμα που στόχο είχε τη χρηματοδότηση μέρους της συνολικής δαπάνης ενεργειακής αναβάθμισης κτηρίων κατοικίας σε περιοχές με τιμή ζώνης μέχρι 2.100€. Η διάρκεια εφαρμογής του ήταν από το 2011 έως το 2015, ενώ στις αρχές του 2018 δρομολογήθηκε ο δεύτερος κύκλος του προγράμματος.
Χάρτης 1: Η διοικητική διαίρεση της Περιφέρειας ΑττικήςΑκολουθεί αξιολόγηση σε επίπεδο εκδήλωσης ενδιαφέροντος και κατανομής πόρων στο σύνολο της Περιφέρειας Αττικής (Χάρτης 1). Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης δίνουν το αποτύπωμα του εγχειρήματος, εμφανίζοντας τις περιοχές κατοικίας σε επίπεδο Περιφερειακών Ενοτήτων (ΠΕ) και δήμων που χρίζουν αναβάθμισης και, παράλληλα, σε συνδυασμό χαρακτηρίστηκαν επιλέξιμες σύμφωνα με τα καθοριζόμενα κριτήρια. Στην κοινωνική διάσταση αυτού του αποτυπώματος, εξετάζουμε την κατανομή των οικονομικών κατηγοριών των ωφελουμένων εντός Αττικής και Μητροπολιτικής Αθήνας. Οι κατηγορίες ορίζονται με βάση το εισόδημα, ατομικό ή οικογενειακό και έχουν προκαθοριστεί στον οδηγό του προγράμματος. Με περεταίρω εμβάθυνση στα στοιχεία που επεξεργαζόμαστε, είναι δυνατόν να παρουσιαστεί και η κατανομή των πόρων σε επίπεδο επιλέξιμης δαπάνης, την οποία στο πλαίσιο διερεύνησης του προγράμματος θα αναφέρουμε ως «παρέμβαση». Τα στοιχεία παρουσιάζουν τις ομάδες εκείνες των επαγγελματιών που επωφελήθηκαν ανά παρέμβαση, εξυπηρετώντας την ανάγνωση του αποτυπώματος υπό το πρίσμα της τόνωσης της ελληνικής αγοράς. Τέλος, στο πλαίσιο αξιολόγησης των αποτελεσμάτων της έρευνας, σε συνδυασμό με τα κίνητρα του προγράμματος, απομονώθηκαν τα σημεία στα οποία εντοπίστηκαν προβληματα στη λειτουργία του. Τα προβλήματα εντοπίζονται σε επίπεδο κοινωνικών ομάδων, εμπόρων και συνολικής εκτέλεσης.
Τα στοιχεία των ωφελούμενων ιδιοκτητών, αλλά και η αναλυτική χρηματοδότησή τους, είναι ανοιχτά και αναρτημένα από το Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης. Τα δεδομένα που παρουσιάζονται προέκυψαν από την επεξεργασία αυτής της πρωτογενούς και ανεπεξέργαστης μέχρι σήμερα, πληροφορίας, η οποία κατηγοριοποιήθηκε και μελετήθηκε με βάση τις ανάγκες αυτής της παρουσίασης. Η κατανομή των πόρων ανά περιοχή και οι κοινωνικές ομάδες που απέκτησαν πρόσβαση στην επιδότηση ανά περιοχή παρουσιάζονται με τη βοήθεια χαρτών και διαγραμμάτων. Επιπλέον, η κατανομή των χρημάτων ανά είδος παρέμβασης διευκολύνει να διαπιστωθεί ποιο κομμάτι της αγοράς τονώθηκε και σε ποιο βαθμό.
Οι ωφελούμενοι ομαδοποιήθηκαν και υπολογίστηκε η κατανομή του αριθμού τους ανά Δήμο και του ποσοστού τους ανά Περιφερειακή Ενότητα, τα οποία παρουσιάζονται στον χάρτη 2 και το γράφημα 1. Οι ωφελούμενοι, σύμφωνα με τα εισοδηματικά κριτήρια που θέτει το πρόγραμμα, χωρίζονται σε τρείς κατηγορίες επιδότησης. Η πρώτη απορρόφησε το 70% της δαπάνης, η δεύτερη το 35% και η τρίτη το 15%.
Χάρτης 2: Κατανομή πλήθους ωφελούμενων ανά Δήμο στην Περιφέρεια ΑττικήςΠηγή: ΕΤΕΑΝ, ίδια επεξεργασία
Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο Λεκανοπέδιο -δηλαδή στις ΠΕ της Αττικής εκτός Ανατολικής και Δυτικής- που συγκεντρώνει το 87% των αιτήσεων, το οποίο όμως υπολείπεται του πληθυσμιακού ειδικού του βάρους, το οποίο είναι 93% σύμφωνα με τα δεδομένα της απογραφής πληθυσμού του 2011 (ΕΚΚΕ-ΕΛΣΤΑΤ 2015). Από αυτό, το 30% εντοπίζεται στον Κεντρικό Τομέα, το οποίο επίσης υπολείπεται του ειδικού πληθυσμιακού βάρους του (35,5%). Στις υπόλοιπες ΠΕ του Λεκανοπεδίου, το ποσοστό των αιτήσεων ήταν μεγαλύτερο από το πληθυσμιακό ειδικό βάρος στο Βέρειο και το Δυτικό Τομέα, περίπου ίσο στο Νότιο και πολύ μικρότερο στον Πειραιά (9% των αιτήσεων έναντι 12,7% του πληθυσμού) παρά την ηλικία και το πλήθος των κτηρίων που περιλαμβάνει. Η ΠΕ Ανατολικής Αττικής, μια περιοχή με σαφώς νεώτερη οικιστική ανάπτυξη και αραιότερη δόμηση, συγκεντρώνει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό αιτήσεων σε σχέση με τον πληθυσμό (8% έναντι 5,4%). Σε επίπεδο απορρόφησης κονδυλίων (γράφημα 1) οι διαφοροποιήσεις εντείνονται προς την ίδια κατεύθυνση καθώς η ΠΕ Ανατολικής Αττικής και η ΠΕ Πειραιά απορρόφησαν αντίστοιχα το 10% και το 9% των συνολικών κονδυλίων του προγράμματος για την Αττική.
Πηγή: Στοιχεία ΕΤΕΑΝ με ίδια επεξεργασία
Από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) και την απογραφή πληθυσμού του 2011, αντλούμε δεδομένα που αφορούν το απόθεμα κατοικιών της Αττικής, τα οποία παρουσιάζονται στον πίνακα 1. Εξετάζονται τα κτήρια που οικοδομήθηκαν προ του 1980, πριν δηλαδή θεσπιστεί ο Κανονισμός Θερμομόνωσης Κτηρίων (1979) και είναι, κατά τεκμήριο, τα πλέον χρήζοντα αναβάθμισης. Με βάση τα δεδομένα του πίνακα 1, οι μεγαλύτερες ανάγκες συγκεντρώνονται στον κεντρικό τομέα όπου χωροθετείται το 40% περίπου των παλαιών κτηρίων και στη συνέχεια στο Νότιο Τομέα και τον Πειραιά, όπου συγκεντρώνεται το 25% του σχετικού αποθέματος.
Πηγή: Ελληνική Στατιστική Αρχή. Απογραφή Πληθυσμού-Κατοικιών 2011. «Κανονικές κατοικίες κατά περίοδο κατασκευής», Πίνακας B15, ίδια επεξεργασία.
Επομένως, ο συγκριτικά αυξημένος αριθμός αιτήσεων και παροχής κονδυλίων στην ΠΕ Ανατολικής Αττικής μπορεί να θεωρηθεί αστοχία σε σχέση με τις αρχικές προθέσεις του προγράμματος, από την πλευρά της δίκαιης κοινωνικοχωρικής κατανομής των σχετικών επιδοτήσεων. Επιπλέον από τους Χάρτες 3 και 4 προκύπτει σαφής αναντιστοιχία μεταξύ των κεντρικών δήμων όπου συγκεντρώνονται σημαντικές ανάγκες ενεργειακής αναβάθμισης και των δήμων όπου συγκεντρώνεται μεγάλο ποσοστό αιτούντων / ωφελουμένων, οι οποίοι κατά κανόνα είναι σε περιφερειακές θέσεις.
Χάρτης 3: Ποσοστό κατοικιών κατασκευασμένων προ του 1980 στους δήμους της Περιφέρειας ΑττικήςΠηγή δεδομένων: ΕΚΚΕ-ΕΛΣΤΑΤ 2015
Χάρτης 4: Ποσοστό ωφελούμενων στον πληθυσμό των ανά δήμων της Περιφέρειας ΑττικήςΠηγή δεδομένων: ΕΤΕΑΝ, ίδια επεξεργασία
Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, αναζητήθηκε ο ουσιαστικός αντίκτυπος που είχε το συγκεκριμένο πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης ανά Δήμο. Ένας δείκτης που προσεγγίζει αυτόν τον αντίκτυπο είναι ο «Δείκτης Αναβάθμισης» τον οποίο υπολογίζουμε διαιρώντας τον αριθμό των αναβαθμισμένων κατοικιών, προς τον συνολικό αριθμό κατοικιών ανά Δήμο, οι οποίες κατασκευάστκαν προ του 1980.
Πηγή δεδομένων: ΕΤΕΑΝ, ίδια επεξεργασία
Οι δήμοι του Λεκανοπεδίου παρουσιάζουν πολύ διαφορετική εικόνα όσον αφορά την κτηριακή αναβάθμιση μέσα από το σχετικό πρόγραμμα, όπως ενδεικτικά φαίνεται στον πίνακα 2. Ο Δήμος Αθηναίων εμφανίζει έναν από τους χαμηλότερους δείκτες, παρά τη συγκέντρωση αναγκών που ανέδειξαν τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν πιο πάνω. Η χαμηλή αυτή επίδοση οφείλεται σε απόντες και μη ενδιαφερόμενους ιδιοκτήτες, καθώς και σε ιδιοκάτοικους με περιορισμένους πόρους για τους οποίους η ενεργειακή αναβάθμιση δεν αποτελεί προτεραιότητα. Ο δείκτης είναι ανάλογος εκείνου του Δήμου Φιλοθέης/Ψυχικού, όπου η μικρή αποτελεσματικότητα του προγράμματος ήταν αναμενόμενη λόγω του ότι το σύνολο σχεδόν των περιοχών του αποκλείονταν από το πρόγραμμα λόγω υψηλών αντικειμενικών αξιών. Η περιορισμένη αποτελεσματικότητα σε δήμους όπως της Νίκαιας/Ρέντη ή του Περάματος πρέπει να ερμηνευθούν με βάση τη σύνθεση του πληθυσμού τους, όπου κυριαρχούν εργατικά στρώματα με περιορισμένες δυνατότητες να επενδύσουν σε μια τέτοια διαδικασία, έστω και με γεναία επιδότηση. Οι Δήμοι Καισαριανής και Καλλιθέας δεν επωφελήθηκαν στον βαθμό που θα αναμενόταν με βάση το κτηριακό τους απόθεμα, κάτι που και πάλι θα πρέπει να αποδωθεί στην αδυναμία πολλών κατοίκων τους να ανταποκριθούν στις οικονομικές απαιτήσεις του προγράμματος. Μεταξύ των δήμων του Βόρειου Τομέα, οι διακυμάνσεις είναι σημαντικές. Αυτό πρέπει να ωφείλεται αφενός στους πολύ χαμηλούς δείκτες των Δήμων Παπάγου/Χολαργού, Φιλοθέης/ Ψυχικού και Κηφισιάς που αποκλείονται σε μεγάλο βαθμό λόγω υψξηλών αντικειμενικών αξιών- και άλλων, όπως οι Δήμοι Πεντέλης και Χαλανδρίου που εμφανίζουν αυξημένους δείκτες. Οι τελευταίοι είναι από τους πλέον ευνοημένους από την εφαρμογή του προγράμματος, καθώς συνδυάζουν αντικειμενικές αξίες που δεν τους αποκλείουν και πληθυσμούς μεσαίων και υψηλών-μεσαίων στρωμάτων που θέλουν και μπορούν να επενδύσουν σε μια τέτοια διαδικασία. Ο Πειραιάς παρουσιάζει από τους χαμηλότερους δείκτες, υποδηλώνοντας την ύπαρξη προβλημάτων ανάλογων με αυτά που ερμηνεύουν τους χαμηλούς δείκτες του Δήμου Αθηναίων. Ο χάρτης 5 δίνει μια συγκριτική εικόνα της επιτυχίας/αποτελεσματικότητας του προγράμματος στους δήμους του Λεκανοπεδίου.
Χάρτης 5: Δείκτης Αναβάθμισης κτηριακού αποθέματος ανά δήμο στο Λεκανοπέδιο Αττικής με το πρόγραμμα «Εξοικονομώ κατ’Οίκον»Πηγή δεδομένων: ΕΤΕΑΝ, ίδια επεξεργασία
Με βάση τα πρωτογενή δεδομένα υπολογίστηκαν ο αριθμός των αιτήσεων και τα ποσά που δαπανήθηκαν ανά τύπο παρέμβασης και ανά Δήμο και βασικό συμπέρασμα είναι ότι σε όλες τις ΠΕ της Αττικής η κατανομή των κονδυλίων μεταξύ των τριών βασικών τύπων παρέμβασης (αντικατάσταση κουφωμάτων – αναβάθμιση κελύφους – αντικατάσταση συστημάτων θέρμανσης) είναι παρόμοια (Γράφημα 3 και χάρτες 6-8).
Πηγή δεδομένων: ΕΤΕΑΝ, ίδια επεξεργασία
Συνολικά το 60% περίπου των κονδυλίων του προγράμματος απορροφήθηκαν από την αντικατάσταση κουφωμάτων, ενώ το υπόλοιπο 40% σχεδόν ισοκατανεμήθηκε για την αναβάθμιση του κτηριακού κελύφους και την αντικατάσταση συστημάτων θέρμανσης και παροχής ζεστού νερού, τονώνοντας σημαντικά τους αντίστοιχους βιομηχανικούς κλάδους και το δυναμικό που απασχολείται σε αυτούς. Η σημασία του προγράμματος ήταν αυξημένη λόγω της μακράς ύφεσης στην οικοδομή, η οποία επιδεινώθηκε από την κρίση.
Χάρτες 6-8: Κατανομή πόρων ανά παρέμβαση και ανά δήμο στην Περιφέρεια ΑττικήςΠηγή δεδομένων: ΕΤΕΑΝ, ίδια επεξεργασία
Οι χάρτες 9 και 10-12 δείχνουν την απορρόφηση πόρων του προγράμματος -συνολικά και ανά τύπο παρέμβασης- σε κάθε δήμο σε σχέση με το ποσοστό κατοικιών παλαιάς κατασκευής (προ του 1980). Η συγκριτική εικόνα δείχνει ότι η μικρότερη σχετική απορρόφηση αφορά τους κεντρικούς δήμους με το μεγαλύτερο πληθυσμό και το παλαιότερο απόθεμα, καθώς και ορισμένους δήμους στην άμεση περιφέρεια του Πειραιά και τον Ασπρόπυργο. Αντίθετα, οι δήμοι με τη συγκριτικά μεγαλύτερη απορρόφηση συγκεντρώνονται σε ενδιάμεσες περιφερειακές θέσεις, κυρίως στα βορειοανατολικά του Νομού.
Πηγή δεδομένων: ΕΤΕΑΝ, ίδια επεξεργασία
Πηγή δεδομένων: ΕΤΕΑΝ, ίδια επεξεργασία
Σε διάρκειά των 5 ετών εφαρμογής του προγράμματος«Εξοικονόμηση κατ Οίκον» δαπανήθηκαν 396 εκατ. € σε αντιστοιχία με τις 50.041 εγκεκριμένες αιτήσεις. Υπολογίζεται ότι στο μέσο της διάρκειας του προγράμματος υποβάλονταν προς εξέταση έως και 1.500 αιτήσεις/εβδομάδα πανελλαδικά. Το 16% των αιτήσεων υποβάλονταν στην Περιφέρεια Αττικής (Taxheaven, 5/2012), κάτι που σημαίνει ότι στην Αττική υποβλήθηκαν πολύ λογότερες αιτήσεις αναλογικά με τον πληθυσμό της.
Παρά το μεγάλο αριθμό αιτήσεων, το πρόγραμμα ήταν μάλλον πολύπλοκο και δυσπρόσιτο. Οι ωφελούμενοι από τις χαμηλές εισοδηματικές ομάδες και, συνεπώς, με σημαντική ανάγκη για επιδότηση, είχαν συχνά δύσκολη πρόσβαση στους πόρους και πολλές φορές αποκλείονταν. Τα τραπεζικά ιδρύματα, με χρέη διεκπεραιωτή ανάμεσα στο υπουργείο και τον πολίτη, έκριναν την αξιοπιστία των αιτούμενων με κριτήρια εγγυημένης επιστροφής των δανείων και μόνο μετά τη θετική τους γνωμοδότηση μπορούσαν οι πολίτες να υποβάλουν τη σχετική αίτηση. Επιπλέον, το υποχρεωτικό δάνειο το οποίο προβλεπόταν από το πρόγραμμα για να δώσει στον ωφελούμενο τη δυνατότητα να καταβάλει το ποσοστό συμμετοχής του, συχνά αντιμετωπιζόταν με δυσπιστία από τους ενδιαφερόμενους (βλέπε τον Οδηγό Εφαρμογής του Προγράμματος «Εξοικονόμηση κατ’ Οίκον».
Ως πρόβλημα αναδείχθηκε επίσης η περιορισμένη ενημέρωση του κοινού, με αποτέλεσμα να μην έχουν αναδειχθεί επαρκώς τα οφέλη συμμετοχής στο πρόγραμμα. Πολύ σημαντική ήταν και η ελλιπής ενημέρωση των εμπόρων και επαγγελματιών, οι οποίοι συχνά παρουσιάζονταν αρνητικοί στη συμμετοχή τους. Η αποπληρωμή μέσω τραπέζης δεν τους παρείχε την ασφάλεια που επιθυμούσαν για να προχωρήσουν στη συνεργασία, ενώ επιπλέον ενδοιασμούς προκαλούσε το γεγονός ότι θα έπρεπε να τηρηθούν αυστηρά πρότυπα και προδιαγραφές κόστους, κατασκευής και πιστοποίησης. Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις όπου οι έμποροι ήταν θετικά διακείμενοι στη συμμετοχή τους, αναλάμβαναν επαγγελματικό ρίσκο. Οι τράπεζες σπάνια τηρούσαν το χρονικό όριο εξόφλησης των εμπόρων και ανάγκαζαν τους προμηθευτές να παίζουν το ρόλο «χορηγού/χρηματοδότη», καθώς συχνά αποπληρώνονταν μέχρι και 7-10 μήνες μετά την ολοκλήρωση του έργου. Κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν να υποστηριχθεί από μια τοπική μικρομεσαία επιχείρηση, επειδή την καθιστούσε μη βιώσιμη. Αποτέλεσμα ήταν πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις να αποκλείονται από το πρόγραμμα.
Η διασπορά των εγκρίσεων κάλυψε όλη την Περιφέρεια Αττικής με κάποιες σημαντικές εσωτερικές διακυμάνσεις. Το ενδιαφέρον ανά Περιφερειακή Ενότητα αλλά και ανά Δήμο ανέδειξε ιδιαιτερότητες, με χαρακτηριστικές περιπτώσεις τους Δήμους Αθηναίων και Πειραιά, όπου οι εγκρίσεις είναι λίγες σε σχέση με τον αριθμό των κατασκευών (προ του 1980) που περιλαμβάνουν. Ανάλογη παρατήρηση μπορεί να γίενι και για τους Δήμους Ζωγράφου και Καλλιθέας. Η ερμηνεία του συγκριτικά χαμηλού ενδιαφέροντος των ιδιοκτητών στις περιοχές αυτές πρέπει να αναζητηθεί στη δυσκολία σημαντικού τμήματος των δυνητικά ενδιαφερομένων να αναταποκριθούν στις οικονομικές απαιτήσεις του προγράμματος. Μια άλλη πιθανή ερμηνεία είναι ότι πρόκειται για περιοχές όπου το ποσοστό ενοικίασης είναι το υψηλότερο στην Περιφέρεια και όπου οι ιδιοκτήτες δείχνουν σχετική απροθυμία να επενδύσουν σε αναβαθμίσεις, ιδιαίτερα μέσα σε μια αρκετά προβληματικής αγορά ενοικιαζόμενης κατοικίας, την οποία επιβαρύνει και ο μεγάλος αριθμός κενών κατοικιών.
Σε ότι αφορά στις κοινωνικές ομάδες που επωφελήθηκαν, μια πρώτη ματιά δείχνει ότι ευνοήθηκαν κυρίως τα χαμηλότερα εισοδήματα, αφού το 56% των αιτήσεων αφορούσαν την κατηγορία επιδότησης 70% -που προϋπέθετε να εντάσσεται κανείς στο χαμηλότερο εισοδηματικό κλιμάκιο- ενώ το 43% την κατηγορία επιδότησης 35% και μόλις το 1% των αιτήσεων αφορούσε τα υψηλότερα εισοδήματα της κατηγορίας 15%. Ο πραγματικός κοινωνικός αντίκτυπος του προγράμματος είναι, ωστόσο, πιο πολύπλοκος από αυτό που δείχνει η απλή κατανομή ανά εισοδημτικά κλιμάκια των ωφελουμένων. Πολλοί ωφελούμενοι μπορεί, για παράδειγμα, να χαρακτηρίζονται από χαμηλό εισόδημα, αλλά παράλληλα να εντάσσονται σε οικογενειακά δίκτυα με μεγαλύτερα εισοδήματα και με τη δυνατότητα να ενισχύσουν αυτή την προσπάθεια ενεργειακής αναβάθμισης της ακίνητης περιουσίας τους. Η χωρική κατανομή των πόρων και του μέσου ύψους επιδότησης δείχνουν μια προνομιακή συγκέντρωση σε περιοχές μεσαίων και υψηλών-μεσαίων κατηγοριών.
Ορισμένες περιοχές αποτελούν δυνητικά στόχους αυξημένου ενδιαφέροντος, λόγω της μεγάλης συσσώρευσης παλαιών κατασκευών. Για την αποδοτικότερη εφαρμογή του αντίστοιχου προγράμματος στο μέλλον, θα μπορούσαν αρχικά να προσδιοριστούν σαφέστερα οι περιοχές που χρήζουν επιτακτικότερης παρέμβασης, και να τύχουν μεγαλύτερης προσοχής και, ενδεχομένως, ειδικής μεταχείρισης.
Από την κατανομή των δαπανών φαίνεται ότι προνομιακά προσανατολίστηκαν στην αλλαγή κουφωμάτων, ενισχύοντας ιδιαίτερα με αυτόν τον τρόπο τον σχετικό κλάδο. Ωστόσο, το γεγονός ότι δεν επαρκούσε η αλλαγή αυτή για να αναβαθμιστείη ιδιοκτησία κατά μια ενεργειακή κλάση, οδήγησε στην υποβολή πιο ολοκληρωμένων αιτήσεων, που περιελάμβαναν συνδυασμό παρεμβάσεων, αποτρέποντας τη διοχέτευση των πόρων σε έναν και μόνο κλάδο της αγοράς.
Συνοψίζοντας, φαίνεται ότι η πληρέστερη και πιο στοχευμένη πληροφόρηση θα μπορούσαν να αυξήσουν το ενδιαφέρον του κοινού και των επαγγελματιών να συμμετέχουν στην ενεργειακή αναβάθμιση του κτηριακού αποθέματος. Παράλληλα, θα πρέπει να επιλυθούν και τα πρακτικά προβλήματα των καθυστερήσεων υλοποίησης, αποπληρωμής και ενημέρωσης που δημιουργούν ανασφάλεια σε καταναλωτές και επαγγελματίες. Με αυτό τον τρόπο θα επιτευχθεί ταχύτερη και πιο αποτελεσματική απορρόφηση πόρων και ευρύτερη ενεργειακή αναβάθμιση. Ωστόσο, τα προβλήματα στην υλοποίηση του προγράμματος δεν περιορίζονται μόνο στα θέματα επικοινωνίας και εύρυθμης διεκπεραίωσης, καθώς αφορούν και τους μηχανισμούς που ευνοούν ή δυσκολεύουν ορισμένες κοινωνικές ομάδες στην απόφασή τους να συμμετάσχουν.
Χριστοφοράκη, Κ. (2018) Το χωρικό και κοινωνικό αποτύπωμα του Προγράμματος «Εξοικονόμηση κατ΄ Οίκον» στη Μητροπολιτική Αθήνα, στο Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/άρθρο/εξοικονόμηση-κατ΄-οίκον/ , DOI: 10.17902/20971.82
Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) (2015) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/ , DOI: 10.17902/20971.9
Οι σύγχρονες αστικές χωρικές μεταβολές αποτελούν φαινόμενα τα οποία μπορούν να εξεταστούν σε πολλά επίπεδα. Εκτός από την μη χωρική διάσταση (κοινωνική, περιβαλλοντική, οικονομική, πολιτική), υπάρχει και η καθαρά γεωγραφική διάσταση του φαινομένου. Η παρούσα εργασία αποτελεί μια πρωτότυπη μελέτη αστικής επέκτασης, καθώς εξετάζει τη μεταβολή του αστικού ιστού κτήριο προς κτήριο, με απεικόνιση όλων των καταγεγραμμένων (κτηρίων) κάθε απογραφής, σε επίπεδο Οικοδομικού Τετραγώνου. Ως περιοχή μελέτης επιλέχθηκε ο Δήμος Πετρούπολης (Χάρτης 1), καθώς αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα οικισμού, του οποίου η εξέλιξη υπήρξε συνυφασμένη με τους μετασχηματισμούς στο λεκανοπέδιο της Αττικής από την εποχή του μεσοπολέμου. Η μελέτη αξιοποιεί ιστορικούς χάρτες έξι (6) Εθνικών Απογραφών Πληθυσμού 1961-2011 της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.). Οι χάρτες αυτοί έχουν υποστεί κατάλληλη επεξεργασία, μέσω Συστημάτων Γεωγραφικών Πληροφοριών (ΣΓΠ), ώστε να τεκμηριώνουν και να αποτυπώνουν χωρικά τον τρόπο με τον οποίο επεκτάθηκε ο ιστός της πόλης, στον χώρο και στο χρόνο.
Η μεθοδολογία αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ώστε να μελετηθούν και να χαρτογραφηθούν οι μεταβολές του ιστού των πόλεων και στους υπόλοιπους οικισμούς της Ελλάδας, με βάση το ιστορικό αρχείο χαρτών της ΕΛ.ΣΤΑΤ., το οποίο περιλαμβάνει αναλογικούς (δηλαδή όχι ψηφιακούς) χάρτες που χρησιμοποιήθηκαν στις Εθνικές Απογραφές Πληθυσμού, από το 1961 έως σήμερα.
Ο τελευταίος αιώνας χαρακτηρίστηκε από τις ανθρωπογενείς επεμβάσεις στο περιβάλλον, κυρίως στην Αμερική και στην Ευρώπη (Antrop 2000, Jaeger κ.ά. 2010). Μια από αυτές είναι και η αστική εξάπλωση. Το φαινόμενο είναι ευρέως γνωστό με τον αγγλικό όρο «urban sprawl» και η απόδoσή του στην ελληνική γλώσσα γίνεται συνήθως με τον όρο «αστική διάχυση» (Γεμενετζή 2011; Γερόλυμπου & Παπαμίχος 2001, Κουρσάρη 2008, Λαγαριάς 2013). Στην παρούσα εργασία χρησιμοποιείται ο όρος «αστική επέκταση».
Οι σύγχρονες αστικές χωρικές μεταβολές αποτελούν ένα πολυεπίπεδο φαινόμενο στο οποίο, εκτός από την γεωγραφική (χωρική) διάσταση, συνυπάρχουν και κοινωνικές, περιβαλλοντικές, οικονομικές και πολιτικές διαστάσεις (Λαγαριάς 2013). Στην Αμερική και στην Ευρώπη, από την δεκαετία του ’80, πολλές πόλεις παρουσίασαν ταχεία μετάβαση από το παραδοσιακό μοντέλο της συμπαγούς ανάπτυξης σε πιο διασκορπισμένες μορφές δόμησης, χαρακτηριζόμενες από μεγάλες επεκτάσεις του αστικού τοπίου γύρω από τον αστικό πυρήνα (Schneider & Woodcock 2008). Η επέκταση αυτή συνδέεται και με την αυξημένη κινητικότητα των κατοίκων, η οποία συμβάλλει στον συνεχή μετασχηματισμό του αστικού τοπίου (Κανδύλης 2008). Η κινητικότητα στο χώρο συνδέεται, σε μεγάλο βαθμό, με την κοινωνική κινητικότητα, η οποία υπήρξε ιδιαίτερα υψηλή στην Ελλάδα κατά τις τρεις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες και συνυφάνθηκε, εν πολλοίς, με την εσωτερική μετανάστευση. Η αυξημένη χωρική κινητικότητα συνέβαλε και στην έντονη οικοδομική δραστηριότητα, η οποία από ένα σημείο και μετά εκφράστηκε κυρίως ως διάχυση του ιστού της πόλης (Μαλούτας 2008).
Στη Νότια Ευρώπη συνολικότερα, η κοινωνική και χωρική κινητικότητα και εν συνεχεία η αστική επέκταση, συνυφάνθηκαν με την έντονη αστικοποίηση, φαινόμενο που σε πολλές περιοχές αυτής της γεωγραφικής περιφέρειας χαρακτηρίζεται μεταπολεμικά από τη «λαϊκή» περιφερειακή αυτοστέγαση και, παράλληλα, από την έλλειψη σχεδιασμού και μηχανισμών ελέγχου. Με την πάροδο του χρόνου, οι παράγοντες της αστικής επέκτασης μεταβλήθηκαν και, από τη δεκαετία του ’80 και μετά περιλαμβάνουν τη δεύτερη κατοικία, την έντονη οικονομική ανάπτυξη, την προαστιοποίηση των μεσαίων στρωμάτων και τα μεγάλα έργα υποδομής (Καυκαλάς κ.ά. 2015).
Η παρούσα εργασία αποτελεί ουσιαστικά αποτύπωση της επέκτασης της πόλης της Πετρούπολης, ως επακόλουθο αντίστοιχων μετακινήσεων των παλαιών και νέων κατοίκων της. Η μελέτη αξιοποιεί ιστορικά χαρτογραφικά τεκμήρια των Εθνικών Απογραφών Πληθυσμού (ΕΑΠ) 1961-2011 της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.), με τεκμηρίωση και χωρική αποτύπωση του τρόπου επέκτασης του αστικού ιστού χωροχρονικά, μέσω Συστημάτων Γεωγραφικών Πληροφοριών (ΣΓΠ).
Τα δεδομένα τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στην εργασία προέρχονται κυρίως από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. Αφορούν δε:
Ο επόμενος πίνακας παρουσιάζει τα δεδομένα τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στην εργασία (Πίνακας 1).

Η μεθοδολογία η οποία προτείνεται στην παρούσα εργασία έχει σκοπό την αξιοποίηση ιστορικών χαρτογραφικών τεκμηρίων, προκειμένου να μελετηθεί η αστική επέκταση οικισμών-πόλεων της ελληνικής επικράτειας και περιλαμβάνει τη βασική ροή ενεργειών που εν γένει ισχύει κατά την αξιοποίηση πληροφοριακών συστημάτων. Δηλαδή α) την προετοιμασία των δεδομένων, β) την επεξεργασία των δεδομένων και γ) την ανάλυση αυτών, ώστε να προκύψουν τα αποτελέσματα. Τον ρόλο του πληροφοριακού συστήματος διαδραματίζει το περιβάλλον του Γεωγραφικού Πληροφοριακού Συστήματος ArcGIS 10.3.
Η προετοιμασία των δεδομένων αποτελείται από μια σειρά διαδικασιών, προκειμένου αυτά να αποκτήσουν ψηφιακή υπόσταση, ορθή χωρική αναφορά και μετρητική αξία.
Η ψηφιακή υπόσταση προέκυψε από την σάρωση των χαρτών των ΕΑΠ 1961, 1971, 1981, 1991 σε σαρωτή (scanner) μεγάλου μεγέθους (Α0) με ανάλυση 600 dpi, με σκοπό να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή διακριτική ικανότητα του ψηφιακού αποτελέσματος και ταυτόχρονα η ευχέρεια της διαχείρισής τους ως ψηφιακών αρχείων ψηφιδωτής δομής στο σύστημα.
Το σύστημα αναφοράς προσδίδει χωρική αναφορά στα δεδομένα. Για να αξιοποιηθεί το πλήθος των σαρωμένων χαρτών σε επάλληλη τοποθέτηση μεταξύ τους έπρεπε η χωρική αναφορά τους να είναι κοινή. Για την επίτευξη του παραπάνω στόχου, ήταν απαραίτητη η διαδικασία της γεωαναφοράς των σαρωμένων ιστορικών υποβάθρων σε ένα επιλεγμένο σύστημα στο οποίο ήταν ήδη ενταγμένο ένα άλλο ψηφιακό χαρτογραφικό υπόβαθρο. Το ψηφιακό υπόβαθρο διανυσματικής δομής των ΟΤ του έτους 2011 επιλέχθηκε ως το καταλληλότερο, καθώς εντάσσεται σε ένα σύστημα, ευρέως χρησιμοποιούμενο στη χώρα (Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς 87 – ΕΓΣΑ 87) και επιπλέον είναι χρονικά το πιο σύγχρονο από τα αξιοποιούμενα δεδομένα.
Μετά την γεωαναφορά, τα ιστορικά υπόβαθρα απέκτησαν ορθό προσανατολισμό και κλίμακα και, συνεπώς, καθίσταται εφικτή οποιαδήποτε εύρεση θέσης και μέτρηση γραμμικού ή επιφανειακού μεγέθους επί αυτών.
Η επεξεργασία των δεδομένων περιέλαβε μια αλληλουχία εργασιών, όσον αφορά στον τρόπο επεξεργασίας τους. Συγκεκριμένα, έχοντας ως βάση το ψηφιακό αρχείο του κτιριακού αποθέματος της ΕΑΠ 2001 (vector shp) από την ΕΛ.ΣΤΑΤ., πραγματοποιήθηκε επικαιροποίηση ενός αντιγράφου του ίδιου αρχείου (vector shp της ΕΑΠ 2001). Ειδικότερα, με υπόβαθρο τις ορθοφωτογραφίες 2007-2009 της Ε.Κ.Χ.Α. Α.Ε. (με wms μέσα στο περιβάλλον του ArcGIS) πραγματοποιήθηκε επικαιροποίηση (στο κτηριακό απόθεμα του αρχείου αντιγράφου της ΕΑΠ 2001), με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα νέο αρχείο, το οποίο αποτυπώνει πλέον το κτηριακό απόθεμα της ΕΑΠ 2011 (και τούτο διότι οι ορθοφωτογραφίες 2007-2009 είναι το πιο κοντινό, χρονικά, στην ΕΑΠ 2011). Η επικαιροποίηση αυτή συνίσταται στη διαγραφή ή στην ψηφιοποίηση νέων κτηρίων.
Στη συνέχεια δημιουργήθηκε ένα αρχείο αντίγραφο του κτηριακού αποθέματος της ΕΑΠ 2001. Αυτό το αρχείο, με υπόβαθρο το χάρτη ΕΑΠ 1991, μετά την επεξεργασία του αποτελεί ουσιαστικά το κτηριακό απόθεμα της ΕΑΠ 1991. Η επεξεργασία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταται ως επί το πλείστον σε διαγραφή κτηρίων και αυτό συμβαίνει διότι πραγματοποιείται δεκαετές «άλμα» πίσω στο χρόνο και το κτηριακό απόθεμα είναι μικρότερο σε σχέση με την επόμενη απογραφή.
Το επόμενο βήμα ήταν η δημιουργία ενός νέου αντιγράφου του κτηριακού αποθέματος του 1991 (του αρχείου δηλαδή το οποίο κατασκευάστηκε νωρίτερα). Αυτό το αρχείο με υπόβαθρο το χάρτη ΕΑΠ 1981, ουσιαστικά, μετά την επεξεργασία του αποτελεί το κτηριακό απόθεμα της ΕΑΠ 1981. Ομοίως, η επεξεργασία συνίσταται, κυρίως, στη διαγραφή κτηρίων. Η ίδια διαδικασία επαναλαμβάνεται, έως ότου δημιουργηθεί το αρχείο με το κτηριακό απόθεμα της ΕΑΠ του 1961. Όπως προαναφέρθηκε, το τρίτο στάδιο της μεθοδολογίας είναι η ανάλυση των δεδομένων, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η καταγραφή της αστικής εξάπλωσης διαχρονικά, από απογραφή σε απογραφή. Σε αυτό το στάδιο πραγματοποιήθηκαν όλες οι απαραίτητες διαδικασίες, προκειμένου να εξαχθεί το ζητούμενο αποτέλεσμα, όσον αφορά στην -κτήριο προς κτήριο- αστική επέκταση. Το επόμενο σχήμα περιγράφει συνοπτικά την μεθοδολογία, η οποία ακολουθήθηκε στην παρούσα εργασία (Εικόνα 1). Εικόνα 1: Η προτεινόμενη μεθοδολογία Στην εργασία εξετάστηκε η αστική επέκταση του Δήμου Πετρούπολης ανά ΕΑΠ, με αφετηρία την ΕΑΠ 1961, έως και την ΕΑΠ του 2011. Με την εφαρμογή της μεθοδολογίας που παρουσιάστηκε παραπάνω προέκυψαν συνολικά έξι (6) χάρτες (ένας για κάθε απογραφή), στους οποίους τεκμηριώνεται και αποτυπώνεται το κτηριακό απόθεμα για κάθε μία ΕΑΠ (Χάρτες 2-7 ).Αποτελέσματα
Χάρτες 2-7: Η επέκταση του ιστού του Δήμου Πετρούπολης 1961-2011
Πηγή: ίδια επεξεργασία
Στους παραπάνω χάρτες, με κόκκινο χρώμα απεικονίζονται τα κτήρια τα οποία κατασκευάστηκαν μετά την προηγούμενη απογραφή. Συνεπώς, το κόκκινο υποδεικνύει την επέκταση του ιστού στη δεκαετία που καλύπτει η εκάστοτε ΕΑΠ.
Όπως πολύ καθαρά διακρίνεται, η πόλη αναπτύχθηκε σταδιακά, με κατεύθυνση Βόρεια – Βορειοδυτικά, εκτεινόμενη προς τις υπώρειες και επί του Ποικίλου Όρους. Από την ποσοτική τεκμηρίωση των παραπάνω χαρτών ως προς το κτηριακό απόθεμα φαίνεται η ραγδαία αύξησή του στην περιοχή μελέτης, κατά την εξεταζόμενη χρονική περίοδο 1961-2011. Εξετάζοντας, παράλληλα, τη μεταβολή του πληθυσμού κατά την ίδια περίοδο, προκύπτει ότι αυτή σχετίζεται άμεσα με τη μεταβολή του κτηριακού αποθέματος. Συνεπώς, η πλειοψηφία των κτηρίων αφορά κατοικίες (Πίνακας 2):

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ
Η μεγαλύτερη αύξηση στον πληθυσμό και αντίστοιχα στην κτηριακή υποδομή της περιοχής μελέτης παρατηρείται μεταξύ των ΕΑΠ 1961 και 1971. Κατά την περίοδο αυτή, φαίνεται ότι δημιουργείται ένας οικιστικός πόλος στην Πετρούπολη, με μία μεγάλη αρχική συγκέντρωση πληθυσμού και κατ’ επέκταση κτηριακών υποδομών. Και για τα δύο μεγέθη υπάρχει σταδιακή αύξηση ανά δεκαετία. Ωστόσο, οι μεταβολές τους βαίνουν σταδιακά μειούμενες. Σε ό,τι αφορά στον πληθυσμό, η μείωση που παρουσιάζεται είναι περίπου 10% ανά δεκαετία, ενώ στις κτηριακές υποδομές η μεταβολή αυτή δεν παρουσιάζει τη γραμμικότητα της μεταβολής του πληθυσμού. Ενώ λοιπόν η αύξηση του πληθυσμού μεταξύ των ΕΑΠ 1961-1971 ήταν «εκρηκτική» ως προς το μέγεθος (119% περίπου) και συνοδεύτηκε από μία μεγάλη αύξηση της κτηριακής υποδομής (66,4%), το φαινόμενο εξελισσόμενο διαχρονικά άλλαξε χαρακτηριστικά, γεγονός που μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες (αξίες γης, ελλιπείς κοινωφελείς υποδομές κλπ.). Παρόλα αυτά, μέχρι και την τελευταία απογραφή υπάρχει σε απόλυτους αριθμούς αυξητική τάση και στα δύο μεγέθη (Γράφημα 1).

Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ.
Στην παρούσα εργασία αναδεικνύεται η αξιοποίηση ιστορικών χαρτογραφικών στοιχείων, με στόχο την ερμηνεία κοινωνικο-οικονομικών φαινομένων. Τέτοιου είδους υπόβαθρα υπάρχουν σε όλες σχεδόν τις κρατικές υπηρεσίες που παράγουν χαρτογραφικό υλικό, τα οποία παραμένουν τις περισσότερες φορές αναξιοποίητα.
Με το παράδειγμα της αξιοποίησης των ιστορικών χαρτών της ΕΛ.ΣΤΑΤ. μέσα από μια σύγχρονη αντιμετώπιση της μελέτης τους και λαμβάνοντας ως παράδειγμα μία σχετικά μικρή αστική περιοχή του λεκανοπεδίου της Αττικής, αναδείχτηκε η χρησιμότητα της συγκεκριμένης μεθόδου. Στην περιοχή μελέτης τεκμηριώθηκε και αποτυπώθηκε το φαινόμενο της αστικής επέκτασης.
Το σημαντικό και καινοτόμο της παρούσας έρευνας, εν συγκρίσει με άλλες (με τη χρήση για παράδειγμα δορυφορικών εικόνων ή αεροφωτογραφιών), είναι το γεγονός ότι εξετάζεται η αστική επέκταση, κτήριο προς κτήριο, μέσα σε κάθε ΟΤ. Αυτό δεν συμβαίνει με άλλες πηγές, όπως για παράδειγμα με τις αεροφωτογραφίες (και κυρίως πριν τη δεκαετία του ’80), από τις οποίες δεν μπορούν να «αντληθούν» εύκολα τα κτήρια, ως πληροφορία.
Επιπρόσθετα, η συγκεκριμένη μεθοδολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την μελέτη και την χαρτογράφηση των μεταβολών του αστικού χώρου σε ένα πλήθος οικισμών της Ελλάδας, με βάση το ιστορικό αρχείο χαρτών της ΕΛ.ΣΤΑΤ., το οποίο περιλαμβάνει αναλογικούς χάρτες που χρησιμοποιήθηκαν για τις Εθνικές Απογραφές, ήδη από το 1961 μέχρι και τις μέρες μας.
Καλογερόπουλος, Κ., Τσάτσαρης, Α., Χαλκιάς, Χ. (2018) Μελέτη αστικής επέκτασης μέσω ιστορικών χαρτογραφικών τεκμηρίων – Η περίπτωση της Πετρούπολης, στο Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/άρθρο/η-αστική-επέκταση-της-πετρούπολης/ , DOI: 10.17902/20971.81
Μαλούτας Θ., Σπυρέλλης Σ. (επιμ.) (2015) Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού. URL: https://www.athenssocialatlas.gr/ , DOI: 10.17902/20971.9